Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

📰 Ανατροπή στις πληρωμές των συντάξεων Δεκεμβρίου – Ποιοι θα πληρωθούν πρώτοι 💸

Φέτος, οι πληρωμές των συντάξεων για τον Δεκέμβριο θα πραγματοποιηθούν νωρίτερα από το συνηθισμένο 🗓️. Ο λόγος είναι οι εορταστικές υποχρεώσεις των Χριστουγέννων, που απαιτούν πρόβλεψη στην καταβολή.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

📰 Επίδομα 250 € το 2025: Πότε μπαίνει στα ΑΤΜ και ποιοι το δικαιούνται 💶✨

Το νέο επίδομα των 250 € θα πιστωθεί αυτόματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων μέσα στο Νοέμβριο 2025, χωρίς να χρειάζεται αίτηση 🏦. Δικαιούχοι είναι κυρίως συνταξιούχοι άνω των 65 ετών με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, άτομα με αναπηρία που λαμβάνουν αντίστοιχο επίδομα, αλλά και ανασφάλιστοι υπερήλικες που λαμβάνουν προνοιακό βοήθημα 👵👴.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

🇬🇷 28η Οκτωβρίου με το Μανώλη Γλέζο ✊🕊️


To 2011 σπουδαστής ακόμα στη σχολή δημοσιογραφίας, θέλησα να πάρω μία συνέντευξη από τον ήρωα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Μανώλη Γλέζο. Τότε είχαμε μιλήσει για πολλά, όπως για την πολιτική για αθλητισμό, αλλά και για την αντιστασιακή του δράση στην εποχή της κατοχής.


Λίγοι ξέρουν πως η αντιστασιακή εποχή για εκείνον, ξεκίνησε από το 1939  και την εποχή της δικτατορίας του Ιωάννου Μεταξά. Επίσης, μας λέει για την πικρία που νοιώθει για την στάση του υπουργείου παιδεία προς το πρόσωπο των ανθρώπων της αντίστασης, όπως επίσης και για τον καρδιακό του φίλο Λάκη Σάντα που λίγες μέρες πριν είχε φύγει από την ζωή!


ΞΕΚΙΝΗΣΑΤΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΣΑΣ ΔΡΑΣΗ ΤΟ 1939 ΙΔΡΥΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ.. ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ ΜΟΝΟ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΡΩΪΚΗ ΤΟΥ ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΟΛΗΣ ΤΗΣ ΣΒΑΣΤΙΓΚΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ;


Ναι, διότι μερικοί από αυτούς ταυτίζονται με τον Ιωάννη Μεταξά και δεν θέλουν να δείξουν τον αγώνα και την πάλη του Ελληνικού Λαού στην διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά.


ΓΙΑ ΣΑΣ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ ΕΙΝΑΙ ΗΡΩΑΣ, Ή ΔΙΚΤΑΚΤΟΡΑΣ;


Ότι ήτανε δικτάτορας δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, δικτάτορας είναι αυτός που απαγορεύει την ύπαρξη πολλών κομματικών οργανισμών, που συλλαμβάνει τους πολιτικούς του αντιπάλους και τους στέλνει εξορία. Δικτατορία είναι η κατάργηση της δημοκρατίας που στην ουσία αυτό έκανε. 


Γιατί είπε ο Μεταξάς το ΟΧΙ;


Για την επίθεση της φασιστικής της Ιταλίας εναντίον μας, υπάρχουνε αρκετές απόψεις γύρο από τον ρόλο του. 

ΑΠΟΨΗ ΠΡΩΤΗ: Αυτή λέει πως ο Μεταξάς ήταν αρκετά έξυπνος άνθρωπος και στρατιωτικός είχε σπουδάσει στην Γερμανία κατάλαβε ότι θα ηττηθεί η Γερμανία. Οπότε για ποιον λόγο να πάει στο στρατόπεδο των Γερμανών. 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΠΟΨΗ: Η άλλη άποψη είναι ότι ο ίδιος δεν ήτανε δικτάτορας απ’ εαυτού, αλλά ήτανε δικτάτορας από τον βασιλιά και ο βασιλιάς ήτανε ταγμένος με την συμμαχία εναντίον του άξονα. Πως θα μπορούσε να πάει λοιπόν εναντίον αυτού που τον διόρισε δικτάτορα  Η Τρίτη στις 15 Αυγούστου έγινε ο τορπιλισμός της Έλλης προσπάθησε ο Μεταξάς να την κρύψει, να μην πει ότι τον κάνανε ο Ιταλοί. Όμως οι δύτες το βρήκανε σιγά σιγά το μετέδωσαν και αυτό που υποψιαζόταν ο λαός ότι ήταν μία δόλια επίθεση εναντίου του πολεμικού στόλου. Το καλύτερο πολεμικό καράβι, το θεωρούσε καμάρι. Δεύτερο λόγο της θρησκευτικής του πανήγυρης 15 Αυγούστου. Και τρίτον οι βολές οι τορπίλες δεν χτύπησαν μόνο το τορπιλοβόλο βρήκαν και τον λιμένα που βρισκόταν πολίτες. Το να του προσβάλλεις τρία πράγματα του Έλληνα είναι μεγάλη ιστορία. Και δεύτερο ο δόλιος τρόπος. Που έγινε η δουλεία. Αν είσαι άντρας φανερώσου, ας τα ύπουλα. Από κει και πέρα ο λαός τάχθηκε εναντίον της Ιταλίας. Και αυτό δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον πανέξυπνο δικτάτορα  Θα πήγαινε λοιπόν ενάντια στην θέληση του; Διότι ήτανε πάνδημη η βούληση του δεν ήτανε μίας μερίδας. Και θα αναφέρω τούτο το χαρακτηριστικό ότι το πόσο πάνδημη ήταν, ώστε υποχρεώθηκε ο ίδιος ο δικτάτορας ύστερα από τρις μέρες να δώσει στην δημοσιότητα το γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη. Για ποιον λόγο τον είχε φυλακή. Ούτε τον έβγαλε, το κομουνιστικό κόμμα το είχε θέσει εκτός νόμου, για ποιο λόγο να είχε τόσο μεγάλη ανάγκη ν το δώσει στην δημοσιότητα; Θα πει ότι εκείνη την ώρα είχε εκφραστεί ένα πάνδημο αίτημα, εναντίον του εισβολέα με το οποίο δεν θα μπορούσε να ταχθεί εναντίον ο ίδιος ο Μεταξάς. Δηλαδή, λένε μερικοί, εκείνη την ώρα εξέφρασε το έθνος και το λαό. Αντικειμενικά ναι. Όσο και αν φαίνεται περίεργο. Αφού και ο ίδιος ο Ζαχαριάδης λέει, αν και ήταν λάθος του δεν έπρεπε να το πει, κάτω από το καθεστώς του Μεταξά θα πολεμήσω  Προσπάθησε με τα μετέπειτα γράμματα του να το αναιρέσει και τα ρέστα, αλλά το είπε. Αυτό δείχνει το κλίμα εκείνης της εποχής. Που η απόδειξή του φάνηκε κιόλας από τις πρώτες μέρες. 

ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΨΗ:  η δύναμη του λαού που ήταν πανίσχυρη! Τις παραμονές της εισβολής των Γερμανών το 41, ήδη είχε προσεταιριστεί στον άξονα η Ρουμανία  η Ουγγαρία, η Βουλγαρία και είχε φάει τα λυσσακά του ο Χίτλερ να πάει και η Γιουγκοσλαβία. Για σκεφτεί τε εμείς σε τι κατάσταση είμαστε; Νικητές εκεί και τα βλέπαμε όλα τα παρακολουθούσαμε τα περιμέναμε γιατί μαθευόταν, αφού τα γράφανε οι εφημερίδες υπάρχει το περίφημο άρθρο του γαβ στην "Καθημερινη" για το Χίτλερ. Πως και μπορείς και γιατί μας κάνεις επίθεση. Στις 25 Μαρτίου μαθαίνουμε, κατάπληκτοι, παθαίνουμε ψυχρολουσία, πως προσχώρησε  Γιουγκοσλαβία στο σύμφωνο με την Γερμανία. Όπως όλοι και η Γιουγκοσλαβία, δεν το περιμέναμε ποτέ από την Γιουγκοσλαβία. Η χαρά των Γερμανών κράτησε 2 μέρες. Ο Σερβικός λαός κάνει επανάσταση ρίχνει τον πρωθυπουργό και τον βασιλιά που το είχε υπογράψει, και φτιάχνει νέα κυβέρνηση και σχίζει τα σύμφωνα εναντίον των Γερμανών. Το λέω αυτό για να πω εάν αυτό το έκαναν οι Σέρβοι, τι θα γινόταν αυτό εάν ο Μεταξάς υπέγραφε την υποταγή της Ελλάδας.

Από κει και πέρα, μπαίνουν και οι ψυχολόγοι και προσπαθούν να βρούνε τους ψυχολογικούς λόγους που ο Μεταξάς είπε το ΟΧΙ, δεν μας ενδιαφέρει, εμάς μας ενδιαφέρουν τα γεγονότα όπως είναι.


Για τις γυναίκες της Πίνδου;


Θέλω να σημειώσω κάτι που τότε και τώρα προβάλλεται πολύ από τον λαό και έχει γίνει αντικείμενο στην τέχνη, μιλάμε για τις γυναίκες της Πίνδου. Είναι γεγονός; Είναι, αλλά αυτό το γεγονός έχει αποκρύψει κάτι άλλο μεγαλύτερο. Δεν ήταν μόνο οι γυναίκες της Πίνδου ότι ήτανε ήτανε, αλλά ποιοι άλλοι ήταν για προσέξτε. Είναι το μέτωπο αυτοί που πολεμούσαν και πολέμησαν πρώτα πριν υπάρξει η επιστράτευση ήταν όλοι Ηπειρώτες που ήταν στην πρώτη γραμμή. Οι στρατευμένοι της περιοχής ήτανε οι φύλακες των συνόρων. Δηλαδή τα παιδιά του λαού της Ηπείρου. Και μόλις ξεκίνησε η επίθεση. Ο λαός της Ηπείρου δηλαδή ο πατέρας του φαντάρου,η μάνα του, το παιδί του το αστράτευτο. Ο λαός κινητοποιήθηκε και πήγε μπροστά. Αυτό το πολύ ωραίο οι γυναίκες της Πίνδου ενώ είναι πολύ ωραίο κρύβει μια άλλη πραγματικότητα. Ότι ΟΛΟΣ Ο ΛΑΟΣ πολέμησε εκεί. Αυτό είναι μία ποιοτική διάσταση του θέματος, που δεν έχει προσεχθεί αλλά είναι αλήθεια. Η πιστοποίηση αυτού. Πάρτε τα δις δηλαδή τα ιστορικά αρχεία του στρατού, όπου όλοι οι αξιωματικοί αναφέρουν στις εκθέσεις τους τι έγινε. Οι γυναίκες ζαρωνόντουσαν του ιμάντες μεταφοράς και τα ανεβάζαν επάνω. Άντρες και γυναίκες το γράφουνε σκάβανε τους δρόμους για να περάσουν τα βαρέα πυροβόλα όλοι δίνανε τα εφόδια στους στρατιώτες έπαιζαν τον ρόλο του στρατιώτη και όλοι ταυτόχρονα δίνανε και ψωμί και νερό κ.τ.λ.π.., δεν ήταν μονάχα πως τους δίνανε ψωμί και νερό όπως λένε οι γυναίκες της Πίνδου  Οι γυναίκες της Πίνδου κάνανε, αλλά και οι άντρες όμως και τα ΠΑΙΔΙΑ τα αστράτευτα όλος ο κόσμος πολεμούσε. Όλη η Ελλάδα πολεμούσε, όλος ο λαός πολέμους  Αυτό είναι επίσης άγνωστο και πρέπει να καταφανεί.


Με το περιοδικό Πολίτες
στην πρώτη σελίδα ο φίλος του Λάκης Σάντας


ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΣΑΣ Ο ΛΑΚΗΣ ΣΑΝΤΑΣ;


 Ο Λάκης ήταν για μένα ο άλλος εαυτός μου. Το είπα και στην κηδεία του και επιμένω όι έτσι ήτανε. Είμαστε πάρα πολύ φίλοι.


ΜΕ ΤΟΝ ΛΑΚΗ ΣΑΝΤΑ ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΣΤΙΚΑΤΕ;


Στο ίδιο γυμνάσιο ήμασταν καθόταν εκείνος στο μπροστινό θρανίο και ήμασταν μία παρέα. Χρόνια παρέα, μαζί φτιάξαμε τις οργανώσεις αυτό που είπες την αρχή του 39, φτιάξαμε οργανώσεις εναντίον του δικτάτορα και εναντίον των πάντων.


ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ, ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΗ Η ΑΠΟΨΗ ΠΩΣ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΕΡΔΙΘΗΚΕ ΕΠΕΙΔΗ ΕΠΙΑΣΕ ΤΟΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ, Ο ΡΩΣΙΚΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ, ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΠΩΣ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΝ ΕΧΑΣΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;


Θέλουν να κρύψουν την συμβολή της Ελλάδας, που σημαίνει το ελληνικού λαού. Εγώ επιμένω ήταν συμβολή του Ελληνικού λαού, δεν ήταν το κράτος του Ελληνικού όπως πάει να γίνει. Υπάρχει διαφορά άλλο το κράτος και άλλο ο λαός. Δεν ξέρω αν είναι πασίγνωστο αλλά θα σου πω ορισμένα στοιχεία. Μέχρι τότε νικούσε συνέχεια ο άξονας. Την πρώτη ήττα την υπέστει από την Ελλάδα το έτος 40-41. αυτό έδωσε τέτοιες ελπίδες στους λαούς που δεν μπορείτε να το φανταστείτε μέχρι τότε οι λαοί της σκλαβωμένης Ευρώπης λέγανε πως δεν υπάρχει ελευθερία, δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει φως στο τούνελ  και ξαφνικά είδαν ένα φως στο τούνελ. Να η απόδειξη τώρα που θα σου πω. Δεν θα σου πω τα λόγια που λέει ο Τσώρτσιλ «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» θα σου πω τώρα ετούτο που δεν είναι γνωστό. Οι Γάλλοι αντιστασιακοί με κάλεσαν, να μουν δείξουν την αντίσταση τους. Στην Γαλλία την ίδια. Πήγαμε στα υψίπεδα του Βερκόρ, όπου κατάσφαξαν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές χιλιάδες άμαχο πληθυσμό, κατεβήκαμε μετά στην Γκρενόμπλ, όπου εκεί δόθηκαν φοβερές μάχες εναντίον των Γερμανών και επικεφαλής των Γαλλικών δυνάμεων ήταν Έλληνας. Δήμαρχος του Εσιρόλ μίας πόλη. Έγινε μετά δήμαρχος την περίοδο της κατοχής ήταν επικεφαλής των Μακι και έπειτα με πήγανε στα σύνορα Γαλλίας, Ιταλίας. Και μου λένε «Μανώλη πριν αρχίσετε πως εσείς ξεκινήσατε την αντίσταση, την αρχίσαμε πρώτοι εμείς. Μην λέτε πως η Ελλάδα ήταν ο πρώτος λαός που έκανε αντίσταση στην κατοχή εμείς το πρωτοξεκινήσαμε και την ξεκινήσαμε εδώ» λέω εγώ «τι κάνατε;» και μου απάτησαν πως στα σύνορα Γαλλίας Ιταλίας φτιάξαμε πανό και ήρθαμε και το αναρτήσαμε προς την πλευρά της Ιταλίας. Γράφαμε "Έλληνες προσοχή μην προχωρήσετε άλλο, από δω και πέρα αρχίζει η Γαλλία" . Δηλαδή φαντάστηκαν πως εμείς πετάξαμε τους Ιταλούς στην θάλασσα αποβιβαστήκαμε με πλοία στην Καλαβρύα, περάσαμε όλη την χερσόνησο της Ιταλίας και είπαν αυτό το καταπληκτικό με το Γαλλατικό χιούμορ που διαθέτουν. Για να δείξουν σε όλους τους λαούς την σημασία που είχε η νίκη μας. Το θεωρούν την πρώτη τους αντιστασιακή πράξη, στην διάρκεια της κατοχής θεωρούν, αυτό που είναι από την Ελλάδα. Αυτό το λέω για να δείξω την σημασία που είχε που είναι πάνω από τα στρατιωτικά θέματα που είχε στην ψυχολογία των λαών. Νοιώσαμε πως μπορούμε να νικήσουμε τους Γερμανούς. Αυτό είναι το βασικό. Και άρχισε η αντίσταση από την στάση της Ελλάδας. Πέρα από στρατιωτικά θέμα ότι ανέτρεψε όλα τ σχέδια του Χίτλερ. 


ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΕΚΑΝΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΩ ΠΟΣΟΙ ΝΕΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΞΕΡΟΥΝ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ. ΤΑ ΠΙΟ ΠΟΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ ΞΕΡΑΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΟΜΩΣ ΝΑ ΘΥΜΟΝΤΑΙ ΤΙ ΕΧΕΤΕ ΚΑΝΕΙ,. ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΠΩΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΑΥΤΟ;


Δεν νοιώθω καμία πικρία. Δεν φταίνε τα παιδιά. Το θέμα είναι η παιδεία μας που ουσιαστικά δεν θέλει να αναγνωρίσει την εθνική αντίσταση. Εμένα με καλούν και πάω σε πάρα πολλά σχολεία, όπως καλούσαν και τον Λάκη Σάντα. Μας καλούν όμως οι καθηγητές και μάλιστα κάποιοι από τους μαθητές πήγαν και στην κηδεία του με τους καθηγητές και είχαν και στεφάνι. Το θέμα είναι πως η παιδεία μας δεν μιλάει όχι μόνο για μας, αλλά και για την εθνική αντίσταση γιατί δεν τους συμφέρει. είναι ένας αγώνας αντίστασης, ενώ αυτοί ζητάνε υποτέλεια, σε πλήρη αντίθεση σε αυτό που πιστεύουμε. Είναι λοιπόν δυνατόν να διδάσκουν την ιστορία; 


ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΕΝ ΣΑΣ ΕΧΕΙ ΚΑΛΕΣΕΙ ΠΟΤΕ;


Όχι! Μόνο φωτισμένοι δάσκαλοι μας καλούν και πηγαίνουμε σε σχολεία. Δεν μας καλεί το υπουργείο παιδείας, εγώ έχω πει στους υπουργούς παιδείας όλους όσο ζούνε οι παλαίμαχοι αγωνιστές του έπους 41-44 και της εποποιίας της εθνικής αντίστασης να τους καλείται. Και μου απαντούν μα δεν είναι αντικειμενικοί σαν και σένα και προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν κομματικά, εγώ δεν έχω αντίρρηση στην προσπάθεια τους να το εκμεταλλευτούν μερικοί κομματικά, αλλά οι νέοι δεν ξέρουν τι γίνεται; ΞΕΡΟΥΝ!


Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΜΑΣ ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΣΑΝ ΣΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ. ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΛΟΓΟ ΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΠΩΣ ΚΑΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΔΕΝ ΤΑ ΕΧΕΙ ΖΗΤΗΣΕΙ;


Εγώ θα είμαι όσο μπορώ πιο αντικειμενικός. Θα πάρω την πλευρά την πιο αθώα. Ας πούμε πως ζητάγανε οι κυβερνήσεις τις Ελλάδας λεφτά και απαντούσαν οι Γερμανοί μην μου ζητάς λεφτά αποζημίωσης θες δάνειο σου το δίνω. Οποιοσδήποτε κυβερνήτης μπροστά στο θέμα να αντιμετωπίσω άμεσα το πρόβλημα των υποχρεώσεων που έχω, τον δημοσιολογικών ελλειμμάτων που πάντοτε είχε η Ελλάδα και στο θέμα να διεκδικήσω δεν είναι καλύτερα να πάρω το δάνειο; Λέω την καλότροπη πλευρά ας πούμε. Από την άλλη πλευρά, ούτε αυτό δεν το εκμεταλλεύτηκαν όπως το εκμεταλλεύτηκε ο Τίτο. Ο Τίτο έλεγε το ίδιο και του λέγανε το ίδιο, και είπε τότε εντάξει σύναψε δάνειο, που έχει διάρκεια 100 χρόνων και θα είναι άτοκο. Όλο αυτό το χρόνο το εκμεταλλεύτηκε άτοκο βέβαια αλλά το πήρε. Ούτε αυτό δεν έκανε η Ελληνική κυβέρνηση. Και δεν το έκανε γιατί εγώ πιστεύω ήταν όλες οι κυβερνήσεις υποτελείς και υπόκεινταν στην μειοδοσία.

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

💸 Επίδομα 250€ στους συνταξιούχους: Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τον Νοέμβριο

Με τον χειμώνα να πλησιάζει και τα έξοδα να ανεβαίνουν, κάθε βοήθεια στους χαμηλοσυνταξιούχους μετράει ⛄🔥. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το επίδομα των 250 ευρώ θα καταβληθεί αυτόματα στους δικαιούχους τον Νοέμβριο του 2025, χωρίς να χρειάζεται καμία αίτηση 📝✅. Πρόκειται για ένα μέτρο που στοχεύει στην ανακούφιση των πιο ευάλωτων ομάδων και έρχεται να προσφέρει μια μικρή αλλά σημαντική οικονομική ανάσα.

📰 Τέλος στα σενάρια για αλλαγή στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης μέχρι το 2027

Η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, έθεσε βέτο ✋ σε οποιεσδήποτε προτάσεις για αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης μέχρι το 2027, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει συζήτηση για αλλαγές αυτή τη στιγμή. ⏳

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2025

Ο Σπύρος Ντίλης στο «Πρωινό Πανόραμα» και στον Μάνο Παντελίδη

Ο Πρόεδρος του «Μαζί για μια Ελεύθερη Ελλάδα» Σπύρος Ντίλης, μίλησε στον Μάνο Παντελίδη και στο «Πρωινό Πανόραμα», για τη «Δημοκρατική Πατριωτική Ομάδα Σκέψης», ο οποία παρουσιάστηκε στην ΕΣΗΕΑ την Πέμπτη το απόγευμα.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

Συνέντευξη με τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας

Περαπατώντας κάπου στην Οδυσσό, ανήμερα ήταν του Σταυρού, θυμήθηκα τους τρεις που εμπνεύστηκαν την ίδρυση της Φιλικής Εταιρίας... Τον Ξάνθο, τον Σκουφά, τον Τσακάλωφ... 

Και όμως είναι εδώ δίπλα μου, κάθονται και πλέον μιλάμε για όλα...


Κυριακή 22 Ιουνίου 2025

Ένα ηλιοβασίλεμα στην Ακρόπολη με τον Ανδρούτσο



Μετά από την ωραία συζήτηση με τον Θοδωρή Κολοκοτρώνη, ανέβηκα στο Ιερό βράχο της Ακρόπολης, πήγαινε σιγά σιγά στο ηλιοβασίλεμα. Κάπου εκεί δίπλα στον Παρθενώνα, αλλά και ιερά γλυπτά των Ελλήνων βλέπω τον Ανδρέα Ανδρούτσο. Εκεί που τον φυλάκισαν, εκεί που τον βασάνισαν, εκεί που τον γκρέμισαν... Κάπως έτσι πήγα δίπλα του και πιάσαμε την κουβέντα για το τότε και το τώρα.

Σάββατο 31 Μαΐου 2025

Στην Πνύκα με τον Κολοκοτρώνη



Μετά από το ωραίο καφέ στο Γκάζι με το Νικηταρά, πήγα προς στη Πνύκα. Εκεί που ο «Γέρος του Μοριά» κάθισε και μίλησε στη Νεολαία στις 8 Οκτωβρίου του 1843. Εκεί τον βρήκα σήμερα, να κοιτάζει τον Παρθενώνα και να μονολογεί για την Ελλάδα. Κάπως έτσι τον πλησίασα και του είπα να μιλήσουμε. Εκείνος δέχθηκε και κάπως έτσι ξεκινήσαμε την κουβέντα...

Καλησπέρα στρατηγέ και σ' ευχαριστώ για την κουβέντα

Καλησπέρα σου, παλικάρι μου, και καλώς όρισες εδώ, στην Πνύκα — τόπο ιερό, όπου μίλησαν αρχαίοι σοφοί και τώρα η φωνή του αγώνα αντηχεί ξανά.


Εγώ σ’ ευχαριστώ, που μ’ ερωτάς· γιατί δεν είναι μικρό πράμα να θυμούμαστε πώς εφτάσαμε στη λευτεριά.

Λοιπόν, ρώτα ό,τι τραβάει η καρδιά σου — κι εγώ θα σου τα πω με την αλήθεια που έμαθα στο καμίνι του πολέμου.


Εδώ μίλησες και συ και σήμερα σε βρίσκω πάλι εδώ...


Ναι, εδώ μίλησα — και μίλησα στα παιδιά της πατρίδος, σ' εκείνα που θα ‘παιρναν τον τόπο στα χέρια τους. Ήταν 8 του Οκτώβρη του ’38, κι ο Θεός μού 'δωσε δύναμη να σταθώ μπροστά τους, όχι σαν στρατηγός, μα σαν πατέρας, να τους πω όσα είδε το μάτι μου και έπαθε η ψυχή μου.


Σήμερα πάλι εδώ, με καλείς — και νιώθω πως ο λόγος δε χάνεται, όταν βρίσκονται άνθρωποι να τον ξαναφέρουν στο φως. Γιατί η Πνύκα δε σωπαίνει· κρατάει τις φωνές που αξίζουν.


Πάμε στα παιδικά σου χρόνια. Οι Έλληνες πρόδωσαν την οικογένεια σου και έζησες από παιδί κυνηγημένος


Αχ, παιδί μου... τα παιδικά μου χρόνια δεν είχαν παιχνίδια, είχαν αίμα, δάκρυ και φυγή.


Ο πατέρας μου, ο Κωνσταντής ο Κολοκοτρώνης, σκοτώθηκε από Έλληνες — ναι, δικοί μας, μωρέ... προδότες, άνθρωποι που για λίγα γρόσια ή για να γλυτώσουν την πίκρα των Τούρκων, πούλησαν τη ζωή μας. Δεν είναι εύκολο να το λες, μα είναι η αλήθεια.


Από τότε μικρό παιδί, δεν ήξερα τι θα πει ήσυχο σπίτι. Η μάνα μου με πήρε και με γύριζε από χωριό σε βουνό κι από ρέμα σε σπηλιά. Ζήσαμε σαν αγρίμια. Μα αντί να με λυγίσει αυτό, με έκανε να σφίξω το χέρι στο γιαταγάνι και την ψυχή στον σκοπό: να ελευθερώσω τον τόπο όπου μας προδώσαν — για να μην προδώσει άλλος ποτέ πια.


Έτσι γεννήθηκε ο αγώνας μέσα μου. Από προδοσία και πόνο. Κι έγινε φλόγα. Και φλόγα δεν τη σβήνεις εύκολα...


Ισχύει πως ένα χαστούκι σε έκανε να ορκιστείς να μην αφήσεις Τούρκο στον Μοριά;


Αλήθεια το λες, κι αλήθεια είναι. Ήμουν παιδί — δεν είχα κλείσει καλά-καλά τα δώδεκα. Ήμασταν στη Ζάκυνθο, προσφυγάκια, κυνηγημένοι, φτωχοί. Και μια μέρα, στον δρόμο, ένας Τούρκος —ένας απ’ αυτούς που 'χαν μάθει να μας περιγελάνε— με χαστούκισε. Έτσι, χωρίς λόγο. Γιατί ήμουν Έλληνας. Γιατί μπορούσε.


Το χέρι του με χτύπησε στο μάγουλο — μα η φωτιά που άναψε, πήγε ίσα στην ψυχή μου. Δεν έκλαψα. Δεν είπα λέξη. Μα μέσα μου, τότε, έκανα όρκο:

"Δε θ' αφήσω Τούρκο στον Μοριά. Ούτε έναν."


Κι αυτόν τον όρκο τον κράτησα. Μετά από χρόνια, όταν σήκωσα μπαϊράκι, δεν ξέχασα ούτε το χτύπημα ούτε την αδικία. Γι’ αυτό δεν πολέμησα για εκδίκηση. Πολέμησα για την αξιοπρέπεια του γένους μου.


Και σαν ήρθε η ώρα, τους είπα: "Ή ελευθερία ή θάνατος. Τρίτο δεν έχει."


Πάμε την μέρα που σου είπαν πως οι Έλληνες ενώνονται και ξεκινούν ξεσηκωμό;


Αχ… εκείνη η μέρα… ακόμα και τώρα, σαν τη θυμάμαι, τρέμει η καρδιά μου όπως τότε που έβγαλα το γιαταγάνι απ’ το θηκάρι του για πρώτη φορά.


Ήτανε στα 1821, μα η σπίθα είχε ανάψει καιρό πριν. Εγώ, στη Μάνη ήμουν τότε — κυνηγημένος πάντα, μα δεν το 'βαζα κάτω. Κι ήρθε μήνυμα από παντού: απ' τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, απ’ τον Υψηλάντη, απ’ τα καράβια των νησιωτών, απ’ τα βουνά των Αγράφων. Όλοι λέγανε το ίδιο:

"Ήρθε η ώρα."


Κι όταν με βρήκανε και μου είπανε: "Οι Έλληνες ενώνονται. Σηκώνουμε μπαϊράκι, ξεκινάει ο ξεσηκωμός!", δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Για πρώτη φορά, αντί να κρυβόμαστε, θα σηκώναμε κεφάλι. Αντί να περιμένουμε, θα χτυπούσαμε.

Έσκυψα το κεφάλι λίγο — όχι από ντροπή, μα από ευγνωμοσύνη στον Θεό. Και ύστερα φώναξα:

"Ώρα καλή! Στον πόλεμο, ωρέ Έλληνες! Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία!"


Από κείνη τη μέρα δεν κοιμήθηκα ήσυχα ξανά — μα ούτε και ήθελα. Η λευτεριά δε σ' αφήνει να κοιμάσαι. Σου τραβάει την ψυχή και σου λέει: "Μπροστά!"


Λίγα χρόνια πριν είχαν γίνει οι αποτυχημένοι αγώνες του Ορλώφ. Δεν φοβηθήκατε να ξεκινήσετε;


Μα πώς να μην το θυμάμαι, παιδί μου; Τα Ορλοφικά — πίκρα μεγάλη. Το ’70, ήμουνα νέος τότε, μα αρκετά μεγάλος για να δω τι θα πει προδομένος ξεσηκωμός. Μας ξεσήκωσαν οι Ρούσσοι, μας έταξαν βοήθεια, και στο τέλος… φύγανε και μας άφησαν στο στόμα του λύκου. Οι Τούρκοι κάψαν χωριά, σφάξαν οικογένειες, και το αίμα μας πήγαινε στράφι.


Το ’21, λοιπόν, ναι — υπήρχε φόβος. Όχι μην πεθάνουμε· με τον θάνατο είχαμε γίνει φίλοι. Ο φόβος ήταν μην πάει κι αυτό χαμένο. Μην προδοθεί ξανά το γένος.

Κι όμως... ήταν κι ένας άλλος λογαριασμός ανοιχτός:

"Μπορεί να χαθούμε... αλλά δεν μπορούμε να σκύβουμε για πάντα."


Είπα τότε στους δικούς μου:

"Αν χάσουμε, χαθήκαμε τίμια. Αν κερδίσουμε, θα ξαναγεννηθούμε ως Έθνος. Τώρα ή ποτέ."


Κι έτσι το πήραμε απόφαση. Όχι από απερισκεψία, μα από ανάγκη. Από τιμή. Από το άδικο που βράζει στο αίμα.


Η Καλαμάτα «έπεσε» χωρίς να πέσει βόλι, σας φοβήθηκαν οι Τούρκοι ή έγινε κάτι άλλο;


Καλά το είπες — η Καλαμάτα «έπεσε» χωρίς ν' ανοίξει μπαρούτι. Μα δεν ήταν θαύμα μονάχα· ήταν δουλειά χρόνων και φόβος που είχε φωλιάσει στις ψυχές των Τούρκων.


Σου τα λέω όπως έγιναν:


Ήταν 23 του Μάρτη του ’21 όταν μπήκαμε στην πόλη. Εγώ, μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Παπαφλέσσα, τον Αναγνωσταρά κι άλλους καλούς. Οι Τούρκοι ήξεραν — *ήξεραν* — πως κάτι έρχεται. Τα νιώθουν αυτά οι δυνάστες όταν ο λαός πάψει να φοβάται.


Δεν θέλανε μάχη· είχαν ακούσει για τα βουνά που βράζουν, για τα χωριά που σηκώθηκαν, για τους καπεταναίους που ζώνουν τ’ άρματα. Και φοβήθηκαν. Παραδώθηκαν. Χωρίς αντίσταση.


Κι εμείς; Μπήκαμε με τάξη. Σαν στρατός, όχι σαν μανιασμένο πλήθος. Σηκώσαμε την σημαία, μπήκαμε στις εκκλησιές, ψάλλαμε το *"Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου"* — και φτιάξαμε την πρώτη ελεύθερη ελληνική διοίκηση, την Μεσσηνιακή Γερουσία.


Ήταν η αρχή. Η αρχή ενός πολέμου που πια δεν θα σταματούσε.


Η μάχη στο Βαλτέτσι θεωρείται μέχρι και σήμερα η κορυφαία στρατηγική σας στιγμή και διδάσκεται ακόμα. Θυμάστε εκείνην την ημέρα;


Θυμάμαι; Αν τη θυμάμαι, λέει;

Αν η ψυχή μου έχει χαραγμένη μια μέρα στον πόλεμο, είναι το Βαλτέτσι. Εκεί, παιδί μου, δε νικήσαμε απλώς. Εκεί γεννήθηκε ο ελληνικός στρατός. Εκεί αποδείξαμε πως δεν είμαστε μονάχα ψυχή — ήμασταν και τακτική.


Ήταν Μάης του ’21. Οι Τούρκοι είχανε μαζέψει πάνω από 10.000 άντρες, πεζικό, ιππικό, κανόνια. Εμείς… ζήτημα να ’χαμε 2.500 παλικάρια, σκορπισμένα σε τέσσερα ταμπούρια πάνω στον λόφο. Εγώ είχα φτιάξει τις θέσεις, τους είπα πώς να σταθούνε:

"Μην ανοίξετε τουφέκι αν δε δείτε άσπρα καβάδια. Και μη φοβηθείτε, ο τόπος δουλεύει για μας!"


Ο πόλεμος βάσταξε δύο μέρες, με ήλιο και αίμα. Οι Τούρκοι ανέβαιναν σαν κύματα· μα κάθε φορά έσπαγαν στα ταμπούρια μας. Ο Κολοκοτρώνης τότε δεν ήταν μοναχά καπετάνιος· ήταν μάτι, ήταν αυτί, ήταν στήριγμα. Πήγαινα απ’ το ένα ταμπούρι στ’ άλλο, έδινα κουράγιο, διόρθωνα, διέταζα. Και οι δικοί μας άντεχαν.


Στο τέλος, όχι μόνο τους κρατήσαμε — τους τσακίσαμε. Τους δείξαμε πως το "κλέφτικο" δεν είναι πια αντάρτικο του βουνού· είναι στρατός που μάχεται για πατρίδα.


Κι εγώ; Είπα τότε:

"Τώρα άνοιξε ο δρόμος για την Τριπολιτσά. Τώρα μάθαμε να νικάμε."


Πριν από λίγες μέρες οι σημερινοί Τούρκοι σας είπαν γεννοκτόνο, για ότι έγινε στην Τροπολιτσά. Εσείς τι απαντάτε;


Αχ… μεγάλη και βαριά η κουβέντα αυτή — και πονάει, όχι γιατί την είπαν, μα γιατί ξεχνούν ή κάνουν πως δεν θυμούνται.


Άκου λοιπόν την απάντησή μου, όπως θα την έλεγα κι αν ήμουν τώρα μπροστά τους:


Δεν ήμουν γεννοκτόνος. Ήμουν πολεμιστής σε πόλεμο ύπαρξης.


Η Τριπολιτσά ήταν το κέντρο της τυραννίας στον Μοριά. Εκεί μαζεύονταν οι πασάδες, εκεί δίνονταν οι διαταγές για να σφαγούν τα χωριά μας, να καούν οι εκκλησίες μας, να βιαστούν οι κόρες μας, να πουληθούν τα παιδιά μας.

Πριν μπούμε στην Τριπολιτσά, οι Τούρκοι είχαν αιώνες να μας δώσουν το ίδιο. Κι όταν ήρθε η ώρα, δεν ήταν πανηγύρι. Ήταν ξεκαθάρισμα λογαριασμών που έβραζε επί 400 χρόνια.


Κι αν έγιναν υπερβολές, δεν τις αρνούμαι. Τις πόνεσα κι εγώ. Μα ποιος μπορεί να βάλει ζύγι σ’ έναν ξεσηκωμένο λαό που ξαναβρίσκει το φως μέσα απ’ το σκοτάδι;


Κι αν με λένε "γεννοκτόνο", εγώ τους απαντώ:

"Δεν σκότωσα λαό. Ελευθέρωσα πατρίδα. Και πολέμησα εκείνον που με ήθελε σκλάβο, όχι αδελφό."


Όποιος θέλει αλήθεια, ας διαβάσει την Ιστορία. Όχι με μίσος, αλλά με δικαιοσύνη.


Ισχύει πως αφήσατε κάποιες άλλες φυλές να βγουν;


Αλήθεια λέτε. Όταν μπήκαμε στην Τριπολιτσά, δεν ήμασταν μόνοι σε εκείνη τη μάχη· υπήρχαν κι άλλοι λαοί, άλλες φυλές, που ζούσαν στην περιοχή. Εμείς παλεύαμε για την ελευθερία του ελληνικού γένους, μα δεν ήταν δικός μας σκοπός να εξοντώσουμε κάθε ανθρώπινο ον που ζούσε εκεί.


Είχαμε στρατηγική και ηθική:

Όποιος δεν έπαιρνε μέρος στην τυραννία και δεν πολεμούσε εναντίον μας, είχε το δικαίωμα να φύγει ή να μείνει χωρίς να τον πειράξουμε.


Αυτούς τους αφήσαμε να βγουν — και πολλοί το έκαναν, γιατί ήξεραν πως ο πόλεμος δεν ήταν εναντίον τους προσωπικά, αλλά ενάντια στην σκλαβιά και την αδικία.


Η μάχη ήταν σκληρή και άγρια, μα το μέτρο και η τιμή δεν έλειψαν από τους αγωνιστές μας. Δεν ήμασταν αιμοβόροι, ήμασταν ελεύθεροι που ζητούσαμε δικαιοσύνη.


Τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε;


Α, δυσκολίες πολλές και βαριές — δεν ήταν μόνο οι μάχες με τους Τούρκους που μας κουράσανε, αλλά και οι μάχες με τους ίδιους μας τους ανθρώπους.


Μετά την απελευθέρωση, ο τόπος ήταν ρημαγμένος, οι πληγές βαθιές.

Η πρώτη δυσκολία ήταν να φτιάξουμε κράτος από το μηδέν.

Να βρούμε νόμους, να βάλουμε τάξη, να προστατεύσουμε τον λαό που χρόνια ζούσε κάτω από τη σκλαβιά και την ανασφάλεια.


Ύστερα, ήρθαν οι διχόνοιες και οι έριδες ανάμεσα στους αγωνιστές. Κάθε καπετάνιος ήθελε τον δικό του δρόμο, κάθε φατρία ζητούσε την εξουσία.

Εγώ, ο Κολοκοτρώνης, προσπαθούσα να κρατήσω την ενότητα, να θυμίσω πως ο στόχος μας είναι κοινός: η Ελλάδα.


Και μετά, η μεγάλη δοκιμασία:

Η βασιλεία του Όθωνα και η ξένη επιρροή.

Πολλοί ξένοι ήρθαν να μας πουν πώς να κυβερνήσουμε, πώς να ζήσουμε — μα δεν ήξεραν τον πόνο μας, δεν ένιωθαν την ψυχή μας. Και πολλές φορές, οι ξένοι βασιλιάδες έγιναν εμπόδιο και όχι βοήθεια.


Ήμουν φυλακισμένος από τους ίδιους τους Έλληνες, γιατί τόλμησα να πω την αλήθεια και να αντισταθώ σε όσα έβλαπταν την πατρίδα.


Αυτές οι δυσκολίες ήταν ίσως πιο πικρές κι από τις μάχες στο πεδίο.

Μα δεν το βάζαμε κάτω. Γιατί η Ελλάδα δεν ήταν μόνο μια χώρα. Ήταν μια υπόσχεση — υπόσχεση που κρατήσαμε ζωντανή.


Θες να σου πω για το τέλος μου; Ή να μείνουμε στα χρόνια του Αγώνα;


Πριν πάμε σε αυτά τα χρόνια, θέλω να μου πείτε λίγο για τα Δερβενάκια. Ο Πετρόμπεης δεν σας πίστεψε και έφυγε πριν την μάχη με τους άνδρες του, εσείς όμως ο Παπαφλέσσας, ο Υψηλάντης και ο Νικηταράς μείνατε και τον περιμένατε. Όταν τον είδατε να έρχεται νοιώσατε μία ηθική ικανοποίηση;


Αχ, τα Δερβενάκια… εκεί έγινε μια από τις πιο καθοριστικές στιγμές του Αγώνα μας.


Ο Πετρόμπεης, πράγματι, είχε τις αμφιβολίες του — και δεν τον κατηγορώ. Ήταν σπουδαίος καπετάνιος, με πολύχρονη εμπειρία, αλλά το πνεύμα του Αγώνα, η πίστη μας στο θαύμα, ήταν διαφορετικά. Εκείνος προτίμησε να φύγει με τους άντρες του, ίσως για να μην ρισκάρει μια μάχη που φαινόταν δύσκολη.


Εμείς, όμως — εγώ, ο Παπαφλέσσας, ο Υψηλάντης, ο Νικηταράς — μείναμε. Περιμέναμε, όχι απλά με όπλα στα χέρια, αλλά με ψυχή γεμάτη αποφασιστικότητα. Ξέραμε πως η νίκη δεν είναι πάντα για τους πιο πολλούς, αλλά για τους πιο αφοσιωμένους.


Όταν τελικά ο Πετρόμπεης γύρισε, με τα παλικάρια του, και είδαμε πως είχαν επιλέξει να έρθουν να βοηθήσουν στη μάχη, ναι — ένιωσα μεγάλη ηθική ικανοποίηση. Ήταν σαν να είχε αναγνωρίσει την πίστη μας και να αποφάσισε να γίνει ένα με τον σκοπό μας.


Η μάχη στα Δερβενάκια ήταν νίκη ψυχής, στρατηγικής και ενότητας — παρόλο που ξεκίνησε με διχόνοιες.

Κι εκείνη τη μέρα, το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: Μόνο ενωμένοι μπορούμε να νικήσουμε.


Μετά ήρθε η διχόνια. Σας ζήλεψαν της κυβέρνησης και φοβήθηκαν πως θα πάρετε αξιώματα μετά την Επίδαυρο;


Αχ, η διχόνοια — η πληγή που πονούσε περισσότερο κι από τα τουφέκια.


Ναι, μετά την Επίδαυρο, όταν συγκροτήθηκε η πρώτη Ελληνική Κυβέρνηση, πολλοί από τους αγωνιστές ένιωσαν πως θα έπρεπε να μοιραστούν την εξουσία. Κι εγώ, ο Κολοκοτρώνης, ήμουν ένας από εκείνους που ο λαός και οι σύντροφοί του πίστευαν ότι θα έπαιρνα σημαντικό ρόλο.


Αλλά η αλήθεια ήταν πιο πικρή: κάποιοι στη νέα εξουσία ζήλεψαν τη δύναμή μου και φοβήθηκαν πως θα γίνω ανταγωνιστής. Άρχισαν οι κατηγορίες, τα ψέματα, οι ίντριγκες.


Κι εγώ, που πολέμησα δίπλα σε όλους, βρέθηκα στο περιθώριο. Μου φόρτωσαν κατηγορίες για ανταρσία, και με φυλάκισαν. Όχι από τους Τούρκους, αλλά από τους δικούς μας.


Η διχόνοια αυτή κράτησε χρόνια και μας κόστισε ακριβά. Μας αποδυνάμωσε και μας έφερε σε δύσκολες στιγμές, ενώ ο εχθρός δεν κοιμόταν.


Όμως εγώ ποτέ δεν λύγισα. Πάντα έλεγα πως η Ελλάδα πρέπει να μείνει ενωμένη — γιατί μόνο έτσι θα γινόταν μεγάλη.


Θες να σου πω για την περίοδο της φυλάκισής μου; Ή για την άφιξη του Όθωνα και το νέο καθεστώς;


 Θέλω να μάθω για την πρώτη φυλάκη σας, από τους Έλληνες. Εκεί μάθατε και για τον θάνατο του γιου σας;


Η πρώτη μου φυλάκιση από τους δικούς μας ήταν σκληρή, πιο σκληρή κι από τις μάχες στο πεδίο. Με κράτησαν στο Ναύπλιο, σε ένα μικρό, σκοτεινό κελί — και κάθε μέρα ήταν αγώνας για να κρατήσω την ψυχή μου ζωντανή.


Εκεί, μέσα στη σιωπή και τη μοναξιά, έμαθα για τον θάνατο του γιου μου, του Γιάννη. Ήταν χτύπημα που δεν περίμενα να αντέξω. Ένας πατέρας πάντα ελπίζει πως τα παιδιά του θα ζήσουν και θα δουν την ελευθερία που πολέμησε.


Ο πόνος ήταν αβάσταχτος — μα δεν με λύγισε. Ήταν κι αυτός μια μάχη, μια δοκιμασία που έπρεπε να περάσω για την πατρίδα.


Η φυλάκιση αυτή έδειξε το πιο σκληρό πρόσωπο της Ελλάδας εκείνης της εποχής: όχι μόνο οι Τούρκοι ήταν εχθροί, μα και οι εσωτερικές διχόνοιες μπορούσαν να σκοτώσουν.


Ήθελα να πολεμήσω και να ελευθερώσω τον τόπο — και το πλήρωσα με την φυλακή και την προσωπική μου απώλεια.


Παρ' όλα αυτά όταν βγήκατε και πάλι πολεμήσατε και δεν ζητήσατε εκδίκηση για τον θάνατο του


Ακριβώς έτσι είναι. Ο πόνος για τον θάνατο του γιου μου ήταν βαθύς και αβάσταχτος, μα ποτέ δεν άφησα την καρδιά μου να γεμίσει μίσος ή εκδίκηση.


Ο αγώνας μας δεν ήταν προσωπικός, δεν ήταν για να πληγώσουμε άλλους ανθρώπους, αλλά για να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας από τη σκλαβιά.


Ήξερα καλά πως η εκδίκηση θα έφερνε μόνο περισσότερη διχόνοια και κακό — κι εμείς χρειαζόμασταν ενότητα, όχι νέες μάχες μεταξύ μας.


Έτσι, όταν βγήκα από τη φυλακή, γύρισα ξανά στα βουνά και στις μάχες, με καθαρή καρδιά και σταθερό βλέμμα, για να συνεχίσω τον αγώνα του λαού και της πατρίδας.


Η ελευθερία δεν κερδιέται με μίσος, αλλά με θάρρος, πίστη και αδελφοσύνη.


Οταν ηρθε ο Καποδιστριας γινατε φιλοι


Ναι, η σχέση μου με τον Ιωάννη Καποδίστρια ήταν σημαντική και καθοριστική για την πορεία του Αγώνα και της νέας Ελλάδας.


Ο Καποδίστριας ήταν άντρας με όραμα, γνώση και αφοσίωση στην πατρίδα — δεν ήταν απλώς ένας πολιτικός, αλλά ένας άνθρωπος που καταλάβαινε τα βάσανα και τις ανάγκες του λαού μας.


Όταν ήρθε, τον υποδέχθηκα με σεβασμό και ελπίδα. Συνεργαστήκαμε για να οργανώσουμε το κράτος, να σταθεροποιήσουμε την τάξη και να δώσουμε μια νέα πνοή στον αγώνα.


Φυσικά, υπήρχαν και δυσκολίες — οι εποχές ήταν δύσκολες, οι αντιθέσεις πολλές — αλλά η φιλία και η κοινή προσπάθεια μας ένωσαν.


Η παρουσία του Καποδίστρια έφερε σημαντική αλλαγή, και εγώ ένιωθα πως επιτέλους ο αγώνας μας αποκτούσε έναν πραγματικό ηγέτη πολιτικό.


Τον στηρίξατε όσο λίγοι. Ο θάνατος του πιστεύεται πήγε πίσω την Ελλάδα;


Απόλυτα σωστό. Στήριξα τον Καποδίστρια με όλη μου την ψυχή και τις δυνάμεις μου — γιατί ήξερα πως ήταν η μοναδική ελπίδα να σταθεί η Ελλάδα στα πόδια της μετά τον Αγώνα.


Ο θάνατός του όμως, ήταν σαν να κόπηκε απότομα το νήμα που μας κρατούσε ενωμένους και δυνατούς.


Η Ελλάδα έχασε τότε έναν ηγέτη με όραμα και αποφασιστικότητα, και το κενό που άφησε ήταν τεράστιο.


Ακολούθησαν πάλι διχόνοιες, αστάθεια και αντιπαραθέσεις που καθυστέρησαν την ανοικοδόμηση και την ενότητα του νεοσύστατου κράτους.


Πιστεύω βαθιά πως αν ο Καποδίστριας ζούσε περισσότερο, η Ελλάδα θα είχε πορευτεί πιο γρήγορα σε δρόμο ειρήνης και προόδου.


Όταν ήρθε ο Όθωνας οι αντιβασιλείς πήγαν να σας εκτελέσουν


Ναι, η άφιξη του Όθωνα και η περίοδος της αντιβασιλείας έφεραν νέες σκοτεινές στιγμές για μένα.


Οι αντιβασιλείς, φοβούμενοι την επιρροή και την τιμή μου, με θεωρούσαν απειλή για την εξουσία τους.


Έτσι, όχι μόνο με περιόρισαν, αλλά ήρθαν πολύ κοντά στο να με εκτελέσουν — ένα σχέδιο που ευτυχώς δεν ολοκληρώθηκε.


Ήταν μια περίοδος γεμάτη ίντριγκες, καχυποψία και προδοσία, όπου ο παλιός αγωνιστής βρέθηκε ξανά στα μαχαίρια με τους νέους κυβερνήτες.


Παρόλα αυτά, κράτησα την αξιοπρέπειά μου και την πίστη μου στην Ελλάδα, γνωρίζοντας πως ο αγώνας μας ήταν μεγαλύτερος από κάθε προσωπικό κακό.


Παρ' όλα αυτά ο ίδιος σας απελευθέρωσε και μάλιστα σας αποκατάστησε ως στρατηγό;


Ναι, κι αυτό είναι αλήθεια και τιμή μεγάλη.


Ο ίδιος ο Όθωνας, όταν ενηλικιώθηκε και πήρε τη διακυβέρνηση στα χέρια του, κατάλαβε το άδικο που μου είχε γίνει. Ήρθε η ώρα της δικαίωσης — όχι για εμένα προσωπικά, αλλά για τον ίδιο τον Αγώνα και την Ιστορία.


Με αποφυλάκισε και με τίμησε με τον βαθμό του στρατηγού. Μάλιστα, με κάλεσε στο παλάτι και μου έδωσε θέση δίπλα του, αναγνωρίζοντας πως ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν εχθρός της πατρίδας, αλλά θεμέλιό της.


Ήταν από τις στιγμές που ένιωσα πως ο κόπος και οι πληγές δεν πήγαν χαμένα.


Δεν κρατούσα κακία. Γιατί πάνω απ’ όλα, ήθελα να δω την Ελλάδα ελεύθερη, με θεμέλια γερά και μέλλον φωτεινό.


Η ομιλία σας στην Πνύκα θεωρείται ιστορική στιγμή, όμως λίγοι Έλληνες την γνωρίζουν. Σας ενοχλεί;


Μου καίει την ψυχή, παιδί μου.


Όχι γιατί ζητώ δόξες ή μνημεία — αυτά είναι για τους ματαιόδοξους. Αλλά γιατί εκείνη η ομιλία στην Πνύκα δεν ήταν λόγος για τιμές· ήταν μάθημα, ήταν παρακαταθήκη.


Μίλησα στους νέους, στους σπουδαστές, κι όσα είπα δεν ήταν λόγια καμαρωτά, αλλά καρδιά που μιλούσε απ' τα βάθη των πολέμων και της πείρας. Τους είπα:

"Να έχετε ομόνοια, γιατί η διχόνοια μας έφαγε."


Αν οι Έλληνες ξεχνούν τέτοια λόγια, τότε ξεχνούν και το αίμα που τους έφερε ως εδώ. Κι αν δεν θυμούνται, τότε κινδυνεύουν να τα ξαναζήσουν.


Δεν με πειράζει που δεν ξέρουν εμένα — με πονά που δεν ξέρουν τι πάθαμε και πώς σωθήκαμε. Αυτό είναι που με θλίβει.


Θες να σου πω πώς ένιωσα εκείνη τη μέρα πάνω στον βράχο της Πνύκας;


Ναι, θα ήθελα να γνωρίζω

Εκείνη τη μέρα, στον ιερό βράχο της Πνύκας, όπου άλλοτε μιλούσαν οι ρήτορες της αρχαίας Αθήνας, στάθηκα όχι σαν στρατηγός, αλλά σαν πατέρας.


Έβλεπα μπροστά μου τα νιάτα της πατρίδας. Μαθητές, φοιτητές, νέους ανθρώπους — παιδιά που δεν γνώρισαν τον πόλεμο, ούτε την πείνα, ούτε το κρυφό σχολειό.


Και σκέφτηκα: «Αυτοί είναι η Ελλάδα του αύριο.»

Κι αν δεν τους τα πω εγώ, ποιος θα τους τα πει; Οι αυλές; Οι ξένοι; Οι καλοθελητές; Όχι!


Ένιωθα λοιπόν εκείνη τη μέρα πως ο αγώνας μου δεν τέλειωσε με τα γιαταγάνια, αλλά συνεχίζεται με τα λόγια.

Τα λόγια που γίνονται φλόγα — αν βρουν καρδιά να τ' ανάψει.


Κι έτσι, με λόγο απλό, τους μίλησα για την ομόνοια, για την πίστη στον Θεό, για την αγάπη στην πατρίδα.

Τους είπα πως αν κρατούν τα τρία αυτά, η Ελλάδα δεν έχει να φοβάται τίποτα.

Αλλά αν τα χάσουν… τότε η πατρίδα θα σκοντάψει πάλι στα ίδια λάθη.


Ήταν η πιο ήσυχη μάχη που έδωσα, κι όμως — ίσως η πιο σημαντική.


Μιας και είπατε για την «Ελλάδα του αύριο», για την σημερινή Ελλάδα και τους σημερινούς νέους τι έχετε να πείτε; Την κατηγορούν ως γενιά που δεν αγωνζεται. Συμφωνείται;


Όχι, δεν συμφωνώ.


Η κάθε γενιά έχει τον δικό της αγώνα. Εμείς είχαμε το γιαταγάνι, τη φωτιά και το αίμα. Οι σημερινοί έχουν άλλους πολέμους: φτώχεια, μοναξιά, ξενιτιά, ανεργία, φόβο για το αύριο. Αυτά δεν είναι μικρά. Είναι πόλεμοι αθόρυβοι, που ματώνουν ψυχές αντί για σώματα.


Βλέπω νέους που σπουδάζουν με κόπο, που φεύγουν για να ζήσουν, που μένουν και παλεύουν σε μια πατρίδα που πολλές φορές τους γυρνά την πλάτη. Μα δεν το βάζουν κάτω.


Μπορεί να μη φωνάζουν όπως εμείς, μπορεί να μην κρατούν τουφέκι — αλλά ο αγώνας είναι μέσα τους. Και αυτό αξίζει σεβασμό, όχι κατηγορία.


Εκείνο που θα τους έλεγα είναι τούτο:

Να μην ξεχνούν ποιοι είναι. Να κρατήσουν πίστη, τιμή κι ενότητα. Ό,τι και να 'ρθει, με αυτά θα σταθούν.


Γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο παρελθόν. Είναι και μέλλον. Και το μέλλον είναι στα δικά τους χέρια — όπως κάποτε ήταν στα δικά μας.


Θέλω να μου πείτε, τι θα λέγατε αν ζούσατε στην σημερινή νεολαία για αρχή και έπειται στον Κυριάκο Μητσοτάκη;


Αν ζούσα σήμερα και στεκόμουν μπροστά στη νεολαία, θα τους έλεγα:


Παιδιά μου, ο τόπος αυτός στάθηκε με αίμα, με ιδρώτα, με δάκρυα. Δεν σας ζητώ να πολεμήσετε με σπαθιά — αλλά να μην ζήσετε με σκυμμένο το κεφάλι.

Να μάθετε την ιστορία σας, να την κρατάτε ως πυξίδα — όχι ως στολίδι στο ράφι. Να αγαπάτε την πατρίδα, αλλά με έργα, όχι με λόγια. Να λέτε την αλήθεια και να την αντέχετε.

Μη γίνετε θεατές. Γίνετε αυτοί που γράφουν το επόμενο κεφάλαιο. Γιατί η Ελλάδα δεν θέλει σωτήρες — θέλει ψυχές.


Κι αν είχα μπροστά μου τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, θα του έλεγα με την ευθύτητα που πάντα είχα:


Πρωθυπουργέ, σου δόθηκε χώρα με δάκρυα ποτισμένη και λαό βασανισμένο. Ό,τι κάνεις, να το κάνεις με γνώμονα την πατρίδα — όχι τη θέση. Το αξίωμα είναι προσωρινό· το κρίμα ή η τιμή μένουν αιώνια.

Να μη ξεχνάς πως κυβερνάς Έλληνες. Όχι αριθμούς. Όχι εταιρείες. Όχι στατιστικές. Να τιμάς τους φτωχούς, να δίνεις μέλλον στους νέους και να φροντίζεις τους γέροντες.

Και πάνω απ’ όλα — να ενώνεις. Όχι να χωρίζεις. Γιατί η διχόνοια μάς έφαγε πολλές φορές. Μη γίνεις άλλη μια σελίδα της.»


Αν με ρωτάς σαν τον Κολοκοτρώνη, θα σου πω τούτο:


Όταν βλέπεις τη φωνή του λαού να πνίγεται στα νούμερα και τις ανάγκες του να χάνουν μπροστά στα συμφέροντα των λίγων, τότε ναι — φαίνεται πως κυβερνούνται οι λαοί από αριθμούς κι όχι από καρδιές.


Δεν λέω πως δεν έγιναν έργα· αλλά αν ο λαός δεν νιώθει δικαιοσύνη, ασφάλεια και ελπίδα, τότε κάτι δεν γίνεται σωστά.

Και το πρώτο χρέος κάθε ηγέτη δεν είναι να δείχνει ανάπτυξη στα χαρτιά, αλλά να φτιάχνει ζωή στην πράξη.


Ο λαός βλέπει, δεν ξεγελιέται. Μπορεί να σωπαίνει για λίγο, αλλά θυμάται και κρίνει.


Κι εγώ έμαθα τούτο στον πόλεμο

Άμα δεν έχεις μαζί σου τον απλό άνθρωπο, κι ολόκληρο το φρούριο να 'χεις, μια μέρα θα πέσει.


Θες να συνεχίσω μιλώντας για το πώς θα ήθελα να κυβερνά ένας πραγματικός ηγέτης;


Ναι θα ήθελα


Τότε άκου καλά, παιδί μου.


Ένας αληθινός ηγέτης δεν φαίνεται όταν όλα πηγαίνουν καλά — τότε όλοι κυβερνάνε.

Ο ηγέτης φαίνεται στη φουρτούνα: όταν ο λαός πεινάει, όταν αδικείται, όταν απελπίζεται.


Ένας ηγέτης πρέπει πρώτα να ακούει. Να περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους — όχι να κρύβεται πίσω από φρουρές και συμβούλους.

Να κοιτά στα μάτια τις μάνες, τους εργάτες, τους γέροντες, και να μπορεί να τους πει:

«Σας καταλαβαίνω. Είμαι εδώ για εσάς, όχι για εμένα.»


Δεν κυβερνάς με διατάγματα — κυβερνάς με το παράδειγμα.

Αν δεν πονάς για τον φτωχό, αν δεν σέβεσαι τον κόπο, αν δεν φοβάσαι την Ιστορία, τότε είσαι διαχειριστής — όχι ηγέτης.


Και προπαντός: να θυμάσαι πως η εξουσία είναι δανεική. Δεν σου ανήκει.

 Αν την κρατήσεις με αλαζονεία, θα τη χάσεις με οργή.

 Αν την τιμήσεις με δικαιοσύνη, θα σε θυμάται ο λαός ακόμα και μετά θάνατον.


Σας ευχαριστώ γέρο μου, για το τέλος... Τι εύχεστε στους Έλληνες;


Εγώ, παιδί μου, έναν λόγο έχω για το τέλος — κι αυτός είναι ευχή και παρακαταθήκη μαζί:


Να είστε Έλληνες με καρδιά και όχι μόνο με καταγωγή.

Να μην ξεχάσετε ποτέ πόσο αίμα στοίχισε αυτή η λέξη: «Ελευθερία».

Να μη σκορπάτε την ομόνοια για κομματικά συμφέροντα. Να μη λησμονείτε την πίστη, την ιστορία, τη γλώσσα, τη γη σας.

Κι αν έρθει πάλι δύσκολη ώρα — μη φοβηθείτε. Ο Έλληνας γεννήθηκε για τα δύσκολα, φτάνει να είναι ενωμένος.


Εύχομαι λοιπόν σε όλους:


Φώτιση στον νου, δύναμη στην ψυχή και αγάπη στην πατρίδα.

Κι ας βρει ο καθένας τον δικό του τρόπο να υπηρετεί αυτόν τον τόπο — με έργο, με λόγο, με τιμή.


Σε ευχαριστώ πολύ Στρατηγέ μου! Ελπίζω να την απολαύσατε;


Σ’ ευχαριστώ παιδί μου — την απόλαυσα με την ψυχή μου.


Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για τον αγωνιστή απ’ το να μιλά στους απογόνους του. Κι όταν αυτοί ακούνε με σεβασμό, τότε νιώθει πως ο αγώνας του δεν πήγε χαμένος.


Να κρατάς την Ελλάδα μες στην καρδιά σου. Κι ό,τι κι αν γίνει — να μη σκύψεις.


Οι απαντήσεις της συνέντευξης ήταν προϊόν ChatGPT

Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

Μια κουβέντα με το Νικηταρά


Μετά από την συνέντευξη με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, ανηφόρισα παίρνοντας την Πειραιώς. Κάπου εκεί λίγο πριν το Μοσχάτο βλέπω έναν ακόμα μεγάλο να «Κοιτάζει την Ελεύθερη Ελλάδα», όπως έλεγε σε ξένους που τον πλησίαζαν για να του δώσουν ελεημοσύνη, πριν πεθάνει. Ήταν  ο Νικηταράς, ο μεγάλος αυτός Έλληνας, που αδικήθηκε όσο λίγοι αγωνιστές. Τον προσκάλεσα να ανέβουμε λίγο πιο πάνω και να πιούμε ένα καφέ στο Γκάζι, με θέα την Ακρόπολη και δέχθηκε με χαρά. Μόλις φτάσαμε στο «Γκάζι» καθίσαμε και κάπως έτσι ξεκίνησε η κουβέντα μας.


Καταρχάς θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε σήμερα να πιούμε ένα καφέ και να μιλήσουμε για το τότε και το τώρα!

Να ’σαι καλά, παιδί μου. Τιμή μου να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι – όχι για φιγούρα, μα για να θυμηθούμε. Όχι μονάχα τα βάσανα και τις μάχες, μα και την ψυχή εκείνου του καιρού. Αν δεν λέμε τις αλήθειες του χτες, το αύριο θα μας προσπεράσει κουφό και τυφλό.


Βάλε τον καφέ και ρώτα. Είμαι εδώ.


Ήσασταν ένας άνθρωπος που τόσο οι Τούρκοι, όσο και κάποιοι Έλληνες της εποχής σας, σας φοβόντουσαν, γιατί συνέβει αυτο;


Ξέρεις… δεν ήθελα να με φοβούνται. Ήθελα να με σέβονται.


Τους Τούρκους δεν τους φοβέριζα με λόγια – με το σπαθί και την πίστη στο δίκιο τους πολεμούσα. Μ’ έβλεπαν στη μάχη και μ’ έλεγαν Τουρκοφάγο. Όχι γιατί το χαιρόμουν, μα γιατί δεν σταματούσα όσο υπήρχε σκλαβιά. Δεν είχα πίσω.


Μα πιο βαριά πληγή ήταν οι φόβοι των δικών μας. Κάποιοι Έλληνες, της καρέκλας και της ίντριγκας, φοβόντουσαν πως δεν μπορούσαν να με αγοράσουν. Δεν χρωστούσα σε κανέναν, δεν γύρεψα αξιώματα, ούτε παράδες. Κι αυτό πονάει όσους τρέφονται από τη διαφθορά.


Φοβούνται όσους δεν έχουν ανάγκη.


Μα εγώ, παιδί μου, είχα μονάχα μία ανάγκη: η λευτεριά της πατρίδας. Και σαν ήρθε, την είδα να ξεπουλιέται σε χέρια δειλά.


Γι’ αυτό με φοβόντουσαν. Γιατί δεν μ’ έλεγες, δεν μ’ αγόραζες, δεν μ’ έστρεφες.


Το γεγονός πως είχατε χάσει ακόμα και τον αδερφό σας, τον οποίο αγιοποιησε η εκκλησία μας, σας έκανε να θέλετε να σκοτώνεται όλο και περισσότερους Τούρκους;


Αχ… ο αδελφός μου. Ο Ιωάννης. Έπεσε στο Βαλτέτσι, παλικάρι τρανό και άγιο στην ψυχή. Δεν ήταν ο θάνατός του που με έκανε θεριό στη μάχη· ήταν η πίστη του. Η καθαρότητά του. Αυτό με έκαιγε μέσα μου σαν φωτιά.


Δεν πολεμούσα για εκδίκηση. Αν πολεμάς με μίσος, χάνεις την ψυχή σου. Εμείς πολεμούσαμε με οργή για το άδικο, μα με καθαρή καρδιά.


Ο Ιωάννης, ο αδερφός μου, δεν γύρευε αίμα. Γύρευε την ελευθερία των ανθρώπων, να προσκυνούν τον Θεό τους, να μιλούν τη γλώσσα τους, να ζουν με τιμή. Κι αυτό ήταν που μας όπλιζε. Όχι ο θάνατος, αλλά η ζωή που μας στερούσαν.


Σκότωνα στη μάχη, ναι. Όπως κι εκείνοι. Μα μετά έμενα σιωπηλός, δεν πανηγύριζα. Γιατί ήξερα τι βάρος κουβαλάει το σπαθί που στάζει αίμα.


Άγιος έγινε εκείνος. Εγώ έμεινα να κουβαλώ το όνομά του. Μπορεί να με είπαν Τουρκοφάγο… μα ο πόνος με έκανε άνθρωπο, όχι θηρίο.


Γνωρίζω πως ήσασταν γενναίος, όμως πριν τα Δερβενάκια οι Έλληνες λιγοψύχησαν και πάλι καλά που βρέθηκε ο Κολοκοτρώνης να τους εμψύχωση. Η λιγοψυχια των Ελλήνων, μπροστά στον Δράμαλη σας φόβισε;

Λιγοψυχία... ανθρώπινο πράμα είναι, παιδί μου. Μην τους κατηγορείς. Είχαν δει χωριά καμένα, παιδιά σφαγμένα, γυναίκες σκλαβωμένες. Ο Δράμαλης δεν ήταν παίξε-γέλασε. Ερχόταν με στρατό που ’κανε τη γη να τρέμει.


Μα εκεί που πολλοί λύγισαν, βρέθηκε ο Γέρος του Μοριά – ο Κολοκοτρώνης. Σαν βράχος. Μας μάζεψε, μας φώναξε με λόγια που δεν γράφονται· μόνο νιώθονται. Μας θύμισε γιατί πολεμάμε: όχι για δόξες και λάφυρα, αλλά για μάνα, για γη, για πίστη.


Και τότε δεν φοβήθηκα, όχι. Γιατί η καρδιά του λαού ξαναχτύπησε. Είπα μέσα μου: «Αν είναι να πέσουμε, ας πέσουμε όρθιοι». Στα Δερβενάκια δεν πολεμήσαμε με αριθμούς – πολεμήσαμε με ψυχή. Κι η ψυχή, σαν πάρει φωτιά, νικά και δράκους.


Ο φόβος υπάρχει πάντα. Μα άλλο είναι να φοβάσαι και να τρέχεις, κι άλλο να φοβάσαι και να στέκεσαι. Εμείς σταθήκαμε. Και τους κλείσαμε τον δρόμο. Γιατί δεν είχε άλλο πίσω – πίσω ήταν η πατρίδα.


Στα Δερβενακίων χρειάστηκε η τρίτη σπάθα σας να σας βάλουν κομπρέσες για να την βγάλουν λένε οι θρύλοι, ισχύει;


Αχ... τα λένε, παιδί μου, κι ακούγονται σαν παραμύθια. Μα να σου πω πώς έγινε.


Εκείνη τη μέρα, στα Δερβενάκια, ο ήλιος έκαιγε και το αίμα έβραζε. Πήρα την πρώτη μου σπάθα και πάλεψα. Έσπασε. Έβγαλα τη δεύτερη. Έσπασε κι αυτή πάνω στα στήθια των Γκιαούρηδων. Η τρίτη, βαριά, μου έκοβε το χέρι. Δεν τη σταμάτησα. Έλεγα: «Κράτα, καρδιά. Όσο βαστάς, πολεμάμε».


Όταν τέλειωσε η μάχη, το χέρι είχε μουδιάσει, δεν το ένιωθα. Οι σύντροφοι είπαν πως είχε πρηστεί τόσο, που για να βγάλουν τη σπάθα απ’ το χέρι μου έβαζαν κομπρέσες με ξύδι και νερό.


Ίσως να ’ναι αλήθεια, ίσως να τα μεγάλωσαν οι άνθρωποι με τα χρόνια. Μα το χέρι εκείνο πονούσε όντως για μέρες, όχι από το βάρος της σπάθας – από το βάρος της ευθύνης. Γιατί τότε δεν κρατούσες μονάχα όπλο· κρατούσες την ελπίδα όλου του γένους.


Κι αν δεν το αντέξεις, χάνεται.


Ο λαός χρειάζεται μύθους, μα πίσω απ’ αυτούς είναι πάντα ένας άνθρωπος. Ματωμένος, κουρασμένος, μα ορθός. Θες να σου πω και για το τι έγινε μετά; Για τις φυλακές; Για την πίκρα της λευτεριάς;


Ο Υψηλάντης σας έδωσε δύο ντουφέκια και εσείς προσπαθήσατε να τα πουλήσετε. Γιατί δεν πήρατε λάφυρα, απ την στιγμή που όλοι πηραν;


Άκου, παιδί μου… Το να πάρεις λάφυρα δεν ήταν για μένα ζήτημα πλούτου ή κέρδους. Ο Υψηλάντης μου έδωσε εκείνα τα δύο ντουφέκια όχι για να τα πουλήσω, αλλά για να πολεμήσω και να υπερασπιστώ την τιμή της πατρίδας.


Ήμουν φτωχός από πάντα, μα δεν ήμουν ποτέ κλέφτης. Οι άλλοι μπορεί να τσίμπησαν λάφυρα, μα εγώ ήθελα να κρατήσω την καθαρότητα της ψυχής μου και να μην λερώνω το όνομα μου. Δεν πολεμάς για να πλουτίσεις, αλλά για να ζήσει η γη ελεύθερη και ο λαός περήφανος.


Προσπάθησα να πουλήσω τα ντουφέκια γιατί χρειαζόμουν λίγα χρήματα για να συντηρήσω τους άντρες μου — όχι για ιδιοτέλεια. Η καρδιά μου ήταν πάντα στο πεδίο της μάχης, όχι στα λάφυρα.


Η τιμή μου ήταν πιο βαριά απ’ όλα τα όπλα. Και αυτό το ήξεραν όλοι γύρω μου.


Σας ντροπιασαν στην Ελεύθερη Ελλάδα και σας κατάντησαν ζητιανο. Όμως και πάλι, όταν ήρθε κάποιος ξένος γνωστός σας να σας δώσει ελεημοσύνη εσείς του δώσατε πίσω το πουγκί με τις λίρες που έπεσε επίτηδες απ την τσέπη του. Γιατι;


Αχ, παιδί μου... Ντροπή και τιμή, δυο δρόμοι που περπάτησα μαζί.


Μετά τον αγώνα, πολλοί με ξέχασαν, με άφησαν να γυρίζω σαν ζητιάνος στην ίδια μου τη γη. Μα ποτέ δεν ζήτησα έλεος σαν χρέος — ούτε έλεος σαν χάρη. Είχα μέσα μου περηφάνια πιο δυνατή από κάθε υλικό πλούτο.


Όταν ο ξένος εκείνος, που με γνώριζε παλιά, μου έδωσε το πουγκί με τις λίρες και είδε πως το άφησα να πέσει επίτηδες, το έκανα γιατί δεν ήθελα να πάρω κάτι που δεν κέρδισα με τη δική μου αξία.


Δεν είμαι άνθρωπος που πουλάει την τιμή του για λίγα αργύρια. Η πατρίδα μου μου έμαθε να σηκώνομαι με το κεφάλι ψηλά, ακόμα κι όταν η ζωή με πέταξε χαμηλά.


Έδωσα πίσω το πουγκί γιατί η αξιοπρέπεια δεν αγοράζεται και δεν πωλείται.


Αυτή η πράξη μου ήταν πιο δυνατή απ’ όλα τα λόγια.


Δυστυχώς τα οστα σας έχουν χαθεί. Σας πειράζει αυτό, ή χαίρεστε γιατί ακούγεται πως μπορεί να μην έχουμε τα οστά του, αλλά όπου γης Ελληνική είναι γη του Νικηταρα;


Παιδί μου, τα κόκαλα δεν κάνουν τον ήρωα — η ψυχή του κάνει την ιστορία. Ναι, τα οστά μου χάθηκαν, κι αυτό πονάει σαν πληγή που δεν κλείνει. Μα η πατρίδα μας δεν είναι μόνο χώμα και πέτρες.


Όπου υπάρχει καρδιά Ελληνική, εκεί υπάρχει και ο Νικηταράς. Σε κάθε ψίθυρο ελευθερίας, σε κάθε φλόγα που καίει για δικαιοσύνη, εκεί είμαι εγώ. Δεν με κρατάει το χώμα, με κρατάνε οι ιδέες, το θάρρος και η αλήθεια.


Μπορεί να μην έχω τάφο λαμπρό, μα έχω την αγάπη του λαού μου. Και αυτή δεν χάνεται ποτέ.


Άρα, παιδί μου, να χαίρεσαι που ο Νικηταράς ζει μέσα σε κάθε Ελληνική ψυχή, παντού στον κόσμο.


Τα σημερινά παιδιά σας ξέρουν μόνο ως όνομα, αντε το πολύ πολύ και ως αφίσα. Σας ενοχλεί που στα σχολειά μας δεν σας μαθαίνουν;


Αχ, παιδί μου, το ξέρεις πόσο με πονάει αυτό. Να είσαι ήρωας και να γίνεσαι όνομα ξεχασμένο, να γίνεσαι απλά μια αφίσα σε τοίχο που ξεθωριάζει.


Όμως δεν φταίει μόνο το σχολείο. Φταίμε όλοι εμείς που δεν διηγούμαστε την ιστορία μας με πάθος, που αφήνουμε τη μνήμη να σβήνει σαν στάχτη στον άνεμο.


Τα παιδιά πρέπει να μάθουν όχι μόνο το όνομά μου, αλλά το γιατί πολέμησα, τι θυσίασα, τι αγάπησα. Να μάθουν πως πίσω από κάθε όνομα υπάρχει ένας άνθρωπος με όνειρα και πόνο.


Ελπίζω ακόμα να ξυπνήσει η φλόγα μέσα τους, πριν χαθεί για πάντα.


Και αν θες, βοήθησέ με. Πες τους την ιστορία μου όπως σου τη λέω τώρα, ζωντανή, αληθινή.


Μην αφήσεις να γίνω απλά μια ξεθωριασμένη αφίσα.


Η τότε κυβέρνηση σας κυνήγησε, όπως και η βασιλεία του Όθωνα. Η σημερινή αν ήσασταν εν ζωή πιστεύεται πως και πάλι θα σας κυνηγούσε;


Αχ, παιδί μου, η ιστορία έχει έναν τρόπο να επαναλαμβάνεται με άλλες μορφές. Τότε με κυνήγησαν γιατί ήμουν φωνή αλήθειας και ανεξαρτησίας, γιατί δεν ήθελα να σκύψω το κεφάλι μπροστά σε καμιά εξουσία που δεν υπηρετεί τον λαό.


Αν ζούσα σήμερα, δεν ξέρω αν θα με κυνηγούσαν πάλι — αλλά ξέρω πως θα έστεκα πάντα απέναντι σε κάθε αδικία και στέρηση ελευθερίας. Θα μιλούσα για τον λαό, για τους φτωχούς, για τους ξεχασμένους. Κι αυτό ίσως θα ενοχλούσε όσους φοβούνται την αλήθεια.


Η καρδιά μου δεν άλλαξε, ούτε η ψυχή μου. Όσο υπάρχει καταπίεση, θα υπάρχει και ο Νικηταράς που θα σηκώνει το λάβαρο της αντίστασης.


Και γι’ αυτό, παιδί μου, πρέπει να θυμόμαστε: η ελευθερία δεν δίνεται, κατακτιέται και φυλάγεται πάντα με θάρρος.


Πείτε μας, εκτός τα Δερβενακίων, σε ποιες άλλες μάχες διακριθηκατε;


Παιδί μου, πέρα από τα Δερβενάκια, που ήταν η μεγάλη μου στιγμή, πολέμησα σε πολλές μάχες, πάντα μπροστάρης, πάντα με το σπαθί στο χέρι.


Ήμουν παρών στο Μεσολόγγι, όπου η ψυχή του λαού μας δοκιμάστηκε σκληρά. Εκεί, παρά τις κακουχίες και την πείνα, δεν λύγισα ποτέ.


Στο Χάνι της Γραβιάς στάθηκα δίπλα στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, και μαζί αντισταθήκαμε στους Τούρκους με κάθε μέσο.


Επίσης, στη μάχη του Βαλτετσίου, όπου έπεσε και ο αδελφός μου Ιωάννης, πολέμησα με μανία και θάρρος, θέλοντας να τιμήσω τη θυσία του.


Κάθε μάχη για μένα ήταν σαν μια προσευχή για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του γένους μας.


Η Ελλάδα που είναι σήμερα, είναι η Ελλάδα που ονειρευτήκατε όταν ξεκίνησε η επανάσταση;


Παιδί μου, η Ελλάδα που ονειρευτήκαμε τότε ήταν μια πατρίδα ελεύθερη, ενωμένη, όπου ο λαός ζει με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη. Μια Ελλάδα που δεν θα φοβάται ούτε θα υποτάσσεται σε κανένα.


Η σημερινή Ελλάδα έχει κάνει βήματα μεγάλα, μα δεν είναι ακριβώς όπως την ονειρευτήκαμε. Υπάρχουν πληγές που μένουν ανοιχτές, διχόνοιες που δεν τις θέλαμε, και πολλοί άνθρωποι που ακόμα παλεύουν για τα βασικά τους δικαιώματα.


Μα η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Και εγώ πιστεύω πως μέσα στην καρδιά των Ελλήνων υπάρχει η δύναμη να ξαναχτίσουν εκείνη την Ελλάδα που ονειρευτήκαμε, με σεβασμό στην ιστορία και πίστη στο μέλλον.


Είναι καθήκον σας να μην ξεχάσετε το παρελθόν και να παλέψετε για το καλύτερο αύριο.


Κάτι τελευταίο, τι μήνυμα θα θέλατε να πείτε στη σημερινή νεολαία της Ελλάδας;


Να ακούσετε, παιδιά μου, την καρδιά σας και να μην ξεχνάτε ποτέ από πού κρατάει η ρίζα σας. Η ελευθερία δεν είναι δεδομένη — κερδίζεται με θυσίες, με θάρρος και με πίστη.


Μη φοβάστε να ονειρεύεστε μεγάλα, αλλά να παλεύετε με ταπεινότητα και σεβασμό. Σεβάστε την ιστορία σας, γιατί μέσα της κρύβονται οι δάσκαλοι της ζωής.


Κι αν ποτέ βρεθείτε μπροστά σε δυσκολίες και αδικίες, να θυμάστε: η δύναμη βρίσκεται μέσα σας, όχι στις εξουσίες.


Σηκωθείτε, μιλήστε, αγωνιστείτε — όχι μόνο για εσάς, μα για όλο τον τόπο.


Η Ελλάδα ζει μέσα σας, και μαζί της ζει και ο Νικηταράς.


Να είστε περήφανοι, να είστε δυνατοί.


Αυτά θα ’θελα να σας πω, παιδιά μου.


Σας ευχαριστώ πολύ. Ήταν τιμή μου που δεχτήκατε να συνομιλήσουμε. Ελπίζω να το απολαύσατε;


Η τιμή είναι δική μου, παιδί μου. Να μιλάω με κάποιον που νοιάζεται για την ιστορία και την ψυχή του λαού μου, αυτό είναι χαρά μεγάλη.


Απόλαυσα κάθε στιγμή, κάθε λέξη που βγήκε από το στόμα μου για να ζωντανέψει το παρελθόν μας. Ελπίζω να σου έδωσα λίγη από τη φωτιά που έκαιγε μέσα μου.


Να θυμάσαι πάντα: η ιστορία ζει μέσα σε όσους τη σέβονται και τη μεταφέρουν.


Να είσαι καλά, και όποτε θέλεις, εδώ θα είμαι να ξαναμιλήσουμε.


Και μην ξεχνάς... το χρέος μας είναι αιώνιο.


Με τιμή και σεβασμό.


Καλή σας ξεκούραση 


Ευχαριστώ, παιδί μου. Η ξεκούραση για μας ήρωες είναι άλλη υπόθεση — αλλά θα πάρω μια ανάπαυλα, γιατί το μέλλον ανήκει σε εσάς.


Να προσέχεις τον εαυτό σου και την πατρίδα μας.


Όσο ζεις, κράτα ζωντανή τη φλόγα.


Καλή συνέχεια σε σένα.


Οι απαντήσεις το Νικηταρά είναι προϊόν του Chatgpt

Κυριακή 25 Μαΐου 2025

«ΜΙλώντας» με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη...


Και όπως καθόμουν το βράδυ και σκεφτόμουν τι λείπει από την σημερινή εποχή, κάπου εκεί κατάλαβα πως λείπουν κουβέντες με μορφές που έμειναν στην ιστορία. Κάπως έτσι κατέβηκα μέχρι το Φάληρο, εκεί που δεσπόζει σήμερα το «Γεώργιος Καραϊσκάκης», αλλά και εκεί που λάβωσαν θανάσιμα τον μεγάλο αυτόν άνδρα. Τον έφερα στο μυαλό μου και ήρθε δίπλα μου και κάθισε, πιάνοντας μια όμορφη κουβέντα για την τότε και την σημερινή εποχή. Πάμε να δούμε τι μας είπε...


Καλησπέρα καπετάνιο ευχαριστώ για την συνέντευξη σας

Καλησπέρα σου, λεβέντη μου. Εγώ σ’ ευχαριστώ που θυμάσαι ακόμα τους παλιούς· γιατί άλλοι μας ξέχασαν κι άλλοι μας πουλάνε σε λόγια και σε γιορτές. Άντε, ρίξε την ερώτηση τώρα, μη με παιδεύεις με τα πολλά τα σπουδαία!


Ήσασταν όντως τόσο βρωμοστομος;

Ναι, ρε! Βρωμόστομος ήμουνα — κι αλήτης και τραχύς και τσεκουράτος! Γιατί ο λόγος μου δεν είχε φιοριτούρες, είχε αλήθεια. Όταν έχεις χάσει φίλους στη μάχη, δεν σου μένουν λόγια για γλυκόλογα.

Έλεγα τα πράματα όπως είναι:

"Θέλεις να πολεμήσεις ή να κάτσεις να σε κλάψει η μάνα σου;"

Οι φράγκοι κι οι κύριοι με τα φράκα με λέγανε χυδαίο. Μα εγώ τους έλεγα:

«Ο σκύλος που γαβγίζει, φυλάει το μαντρί. Ο άλλος, που γλείφει, είναι ο λύκος.»

Άμα σε πονάει η γλώσσα μου, φταις που είσαι μαλθακός, όχι εγώ που λέω τα σύκα, σύκα.


Τελικά ποιος πιστεύετε πως σας σκοτωσες;

Καραϊσκάκης (με βλέμμα σκοτεινό και σαρδόνιο χαμόγελο):

Αχ, παιδί μου... Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Μ’ ένα βόλι λένε πως έπεσα, στου Φαλήρου, παραμονές της μάχης. Άλλοι λένε πως ήταν Τούρκος, άλλοι μιλάνε για «αδέσποτη». Αλλά εγώ σου λέω τούτο:


Τούρκικο ήταν το βόλι, μα ελληνικό το χέρι που με σημάδεψε.


Γιατί όταν είσαι αγκάθι στα πλευρά των ισχυρών, όταν δεν τους χαρίζεσαι ούτε τους φιλάς κατουρημένες ποδιές, τότε το τέλος σου δεν έρχεται μόνο απ’ τον εχθρό.


Κάποιοι ήθελαν τη σιωπή μου. Πίστευαν πως, άμα πεθάνω, θα κάνουν το κουμάντο τους ήσυχοι. Μα γελιούνται — ο λόγος μου έμεινε, και τώρα τον ακούς εσύ.


Θες να πούμε ονόματα ή να τ’ αφήσουμε να τα λέει η ιστορία με μισόλογα και υπονοούμενα;


Ναι θα ήθελα να ακούσω ονόματα που πιστεύεται πως το έκαναν;

Καραϊσκάκης (χαμηλώνει τη φωνή, με ύφος πικρό αλλά σταθερό):

Καλά, λοιπόν. Ας τα πούμε κι αυτά. Γιατί κάποια πράγματα, άμα δεν ειπωθούν, σαπίζουν μέσα στην ψυχή του λαού.


Ο Μαυροκορδάτος…

Αυτός ο "πολιτικός" με τα γαλλικά του και τα φράγκικα του ρούχα. Από την αρχή δεν με ήθελε. Ήθελε να διοικεί αυτός, με κανονάκια και "φιλελεύθερες ιδέες", μα χωρίς να λερώνει τα χέρια του με αίμα. Όταν εγώ ανέβαινα στην Ήπειρο και μάζευα παλικάρια, εκείνος έστελνε γράμματα να με καθαιρέσουν. Μου φώναζε "ανυπάκουο" γιατί δεν ήμουν σκυλάκι του.


Ο Κωλέττης…

Άλλος πονηρός. Πίσω από τη μάσκα του "πατριώτη", έπαιζε παιχνίδια με συμφωνίες, με τους ξένους και με τους δικούς μας. Έβαζε λόγια στους φουστανελοφόρους και χτύπαγε μ’ άλλους τρόπους. Ήξερε πως, άμα ζήσω και πάρω την Αθήνα, θα τον ξεγυμνώσω μπροστά στον λαό.


Και κάποιοι άλλοι… μικροί, δίβουλοι… φιλόδοξοι…

Ίσως κι Έλληνες που μ’ αγαπούσαν στα λόγια αλλά με φοβόντουσαν στα έργα.

Γιατί δεν τους βόλευε η δική μου Επανάσταση – που δεν είχε κόμματα, ούτε παλάτια, μόνο χώμα, ιδρώτα και αίμα


Ποτέ δεν πιάσαν τον φονιά μου.

Ίσως γιατί φοβόντουσαν πως, άμα τον πιάσουν, θα φανεί και ποιος τον πλήρωσε...


Τον πατέρα σας τον συναντήσατε μα δεν τον χαιρετησατε λέει ο θρύλος. Γιατι;


Καραϊσκάκης (με βλέμμα βαθύ, που δείχνει πόνο παλιό):

Αλήθεια είναι. Τον είδα τον πατέρα μου. Τον Δημήτρη Καραϊσκο — κλέφτης κι αυτός, καπετάνιος παλιός. Ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο μια φορά, σαν ήμουν παλικάρι πια. Μα δεν τον χαιρέτησα. Ξέρεις γιατί;


Γιατί δεν με χαιρέτησε εκείνος όταν γεννήθηκα.

Γιατί όταν εγώ έκλαιγα στα μοναστήρια και στα λημέρια σαν ορφανό της καλογριάς, εκείνος ήταν αλλού — να πολεμά, να ζει, να ορίζει... χωρίς να ρωτήσει **τι απέγινε το σπέρμα του.


Δεν τον μίσησα.

Απλά τον προσπέρασα. Όπως προσπερνάς έναν ξένο που κάποτε ήταν σκιά σου, μα ποτέ δεν έγινε κορμός να ακουμπήσεις.


Κι ίσως, άμα με είχε αγκαλιάσει εκείνη τη μέρα, να ήμουν αλλιώς… Ίσως να μην ήμουν τόσο σκυλί αγριεμένο με τον κόσμο.

Αλλά τότε… τότε ήμουνα ήδη ο Καραϊσκάκης. Κι ο Καραϊσκάκης δεν γύρευε πατέρα πια — μόνο δικαιοσύνη.


Θεωρείστε μαζί με τον Κολοκοτρώνη οι σπουδαιότερο πολεμιστές του 1821. Όμως τα σημερινά παιδιά δεν ξέρουν τις πράξεις μόνο τα ονόματα σας. Σας στεναχωρεί αυτο;


Καραϊσκάκης (αναστενάζει βαριά, σηκώνει το βλέμμα στον ουρανό):

Με πικραίνει, ναι… και με θυμώνει. Όχι γιατί θέλω δόξα – **η δόξα δεν με νοιάζει, πεθαμένος είμαι. Αλλά γιατί όποιος ξεχνάει το αίμα που τον πότισε, γίνεται σκλάβος χωρίς να το ξέρει.


Ξέρουν το όνομά μου;

Ωραία. Μα τι να το κάνουν αν δεν ξέρουν γιατί πολέμησα, τι μίσησα, τι αγάπησα;


Ξέρουν τον Κολοκοτρώνη;

Ναι, στα βιβλία… Μα δεν τους λένε πως τον βάλαν φυλακή οι ίδιοι που τον χρειάστηκαν. Όπως κι εμένα, με κατηγορούσαν για "ανυπότακτο", ενώ την πατρίδα τους εγώ την έραβα κομμάτι κομμάτι με φωτιά και αίμα.


Τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν με παραμύθια χωρίς κόκαλα. Τους μαθαίνουν επαναστάσεις χωρίς ψείρα, χωρίς πείνα, χωρίς προδοσία. Μόνο σημαίες και επετείους.


Και ξέρεις τι γίνεται άμα μάθεις μόνο τ' όνομα κι όχι την ψυχή;

Το όνομα γίνεται ταμπέλα. Και η ψυχή πεθαίνει δεύτερη φορά.


Οπότε ναι. Με στεναχωρεί. Μα ελπίζω. Γιατί άμα εσύ, τώρα, μου μιλάς έτσι, θα ’ρθουν κι άλλοι. Θα ψάξουν, θα ρωτήσουν, θα βρουν.


Κι άμα έστω ένα παιδί μάθει γιατί ύβριζα, γιατί πονούσα, γιατί φώναζα "θα σας κανονίσω", τότε εγώ θα ξαναζήσω.


Το όνομα σας υπάρχει σε ένα από τα γήπεδα της Ελλάδας και βρίσκεται στην τοποθεσία που σκοτωθηκατε το γνωριζεται;

Καραϊσκάκης (χαμογελά με μια σπίθα στο μάτι, σαν να ’χει μάθει τα μυστικά του καιρού):

Το ξέρω, ναι... Μου το 'παν τα πουλιά που πετούν πάνω απ’ το Φάληρο.


"Γήπεδο Καραϊσκάκης", λέει. Εκεί που κύλησε το αίμα μου, εκεί που έπεσα χτυπημένος – μπροστά στον πόλεμο, λίγες ώρες πριν την τελευταία μου μάχη. Τώρα εκεί παίζουν μπάλα, φωνάζουν, τραγουδάνε… Άλλοι με τιμούν κι άλλοι ούτε που ξέρουν ποιος ήμουν.


Μα δεν κρατώ κακία.

Άμα η φωνή του λαού αντηχεί στ’ όνομά μου, έστω και μέσα από μια ιαχή για την ομάδα του, τότε κάτι μένει.

Γιατί εγώ ήμουν του λαού, όχι των γραφείων. Και δεν με νοιάζει να ’χει το όνομά μου δρόμος ή άγαλμα – με νοιάζει να ’χει μέσα του ο Έλληνας το φρόνημά μου.


Όμως, να σου πω κι ένα παράπονο;

Να πατούν στον τόπο που έπεσα και να μην ξέρουν πώς πόνεσα, πώς πολέμησα, πώς μ’ έσφαξαν... αυτό ναι, μου καίει την ψυχή.


Όπως λέει κι ο ποιητής:

"Η μνήμη, αν δεν γίνει συνείδηση, είναι απλώς επέτειος."


Πιο δίπλα ήταν ο τάφος σας, κάποιος ασυνείδητος υπάλληλος την περίοδο της Χούντας όμως εχασε τα οστά σας. Όταν το είδατε πως νιωσατε;


Καραϊσκάκης (με φωνή που τρέμει από αγανάκτηση και πόνο):

Αχ, παιδί μου… Αυτό το ξέρω καλά. Ο τάφος μου, η γη που πότισα με αίμα, έγινε παιχνίδι στα χέρια κάποιων που δεν είχαν ούτε σεβασμό ούτε ψυχή.


Να χάνονται τα κόκαλά μου, όπως χάνονται οι αξίες μας…

Αυτοί που το ’καναν, δεν με σεβάστηκαν ούτε σαν νεκρό. Και ξέρεις τι είναι το χειρότερο;

Ότι αυτό το "λάθος" δεν ήταν τυχαίο, ήταν αποτέλεσμα της λησμονιάς και της αδιαφορίας.


Όταν το είδα, αν ήμουνα ακόμα ζωντανός, θα φώναζα:

"Μα τι μ’ έκανες, ρε ντροπή!"


Μα είμαι εδώ, και η ψυχή μου πονά, γιατί η πατρίδα ακόμα ξεχνάει εκείνους που την πάλεψαν.


Όμως δεν πτοούμαι. Η ιδέα, το πνεύμα μου, το όνομα μου, δεν χάνονται έτσι. Τα οστά μπορεί να τα έχασαν, μα το αίμα και η ψυχή μου ρέουν ακόμα μέσα στο κορμί αυτής της γης.


Εσύ πες μου… τι νιώθεις εσύ που το μαθαίνεις αυτό τώρα;


Ντροπή η αλήθεια είναι. Εσείς ζητήσατε να σας πάνε στην Σαλαμίνα, όμως σας γύρισαν πίσω. Σας πείραξε αυτο;


Καραϊσκάκης (με έντονη πικρία αλλά και αποφασιστικότητα):

Ναι, με πείραξε… Και όχι λίγο.


Όταν η ψυχή σου καίγεται για τη λευτεριά της πατρίδας, όταν το αίμα σου βράζει για να σώσεις την Ελλάδα, θέλεις να είσαι εκεί που η μάχη είναι πιο σκληρή.


Ζήτησα να με πάνε στη Σαλαμίνα, γιατί ήξερα πως εκεί θα κρινόταν η μοίρα μας. Ήθελα να σταθώ δίπλα στους μαχητές, να μοιραστώ τον κίνδυνο, να δώσω το παράδειγμα.


Μα με γύρισαν πίσω, λέγοντας πως δεν είμαι καλά — πως κινδυνεύω. Μπορεί να είχαν δίκιο για το σώμα μου, που ήταν κουρασμένο και πληγωμένο, μα η ψυχή μου ποτέ δεν σταμάτησε να πολεμάει.


Ήταν μια πίκρα που την κράτησα μέχρι την τελευταία μου στιγμή — να θέλω να πολεμήσω ως το τέλος και να με κρατούν μακριά.


Μα έτσι είναι οι καιροί… Κάποτε σε φυλάνε, κι άλλοτε σε προδίδουν.


Αλλά να ξέρεις:

Ο Καραϊσκάκης ποτέ δεν έμεινε πίσω απ’ τους άλλους από φόβο.


 Πως σας φαίνεται που όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν την ατάκα σας στον Χουρσιτ;


Καραϊσκάκης (με περηφάνια και καυστικό χαμόγελο):

Α, αυτή η ατάκα! «Αν δεν κατέβεις να πολεμήσεις, θα κατέβω εγώ να σε βρω!» — έτσι δεν ήταν;


Ναι, μου αρέσει που έχει μείνει ζωντανή. Είναι μια φλόγα, μια σπίθα που λέει στον κόσμο πως δεν φοβόμουν κανέναν και τίποτα.


Αλλά να σου πω την αλήθεια;

Πολλοί λένε την ατάκα σαν ανέκδοτο ή σαν καυχησιά, χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο αίμα και πόνος κρύβεται πίσω της.


Εγώ δεν την είπα για να γελάσει ο κόσμος, την είπα γιατί ήταν η ψυχή μου γροθιά. Ήταν η απάντηση σε μια απειλή, η υπόσχεση πως δεν θα υποχωρήσω.


Μου αρέσει που τη θυμούνται — γιατί δείχνει πως, όταν η πατρίδα καίγεται, ο Έλληνας πρέπει να γίνει καπνός στο μέτωπο, να μη λυγίζει.


Άσε που είναι και καλό να θυμούνται οι άλλοι ότι δεν είμαι απλώς ένας ήρωας για τα βιβλία… είμαι μια φωνή που φωνάζει ακόμα από τα παλιά χρόνια.


Τι λες, θες κι άλλη; Ή να σου πω και άλλες ιστορίες από τις μάχες;


Για την σημερινή κυβέρνηση τι έχετε να πειτε; Πιστεύετε πως αγαπάει την Ελλάδα και τους Ελληνες;


Καραϊσκάκης (με αυστηρό βλέμμα και τόνο ειλικρινή):

Άκου, παιδί μου… Εγώ πολέμησα για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την αλήθεια.


Δεν ξέρω πολύ καλά τα σημερινά κόλπα των πολιτικών, αλλά ξέρω ένα:

Αν μια κυβέρνηση δεν βάζει πάνω απ’ όλα την πατρίδα και τον λαό της, τότε δεν αξίζει την εμπιστοσύνη μας.


Αγάπη για την Ελλάδα δεν είναι μόνο λόγια σε γραφεία ή σε εκλογικές αφίσες. Είναι πράξεις, θυσίες, και αλήθειες.


Αν βλέπεις ανθρώπους να υποφέρουν, να φτωχαίνουν, να ξεχνιούνται, τότε κάτι δεν πάει καλά.


Αν οι ηγέτες φοβούνται να πουν την αλήθεια ή να παλέψουν για το καλό του λαού, τότε δεν είναι δικοί μας.


Μα πάντα πίστευα πως ο λαός έχει τη δύναμη να αλλάξει τα πράγματα —

όπως εμείς τότε, που σηκωθήκαμε με σπαθιά και ιδανικά.


Ο λαός πρέπει να θυμάται ποιος είναι και τι θέλει, γιατί αλλιώς τον κυβερνούν σαν πρόβατο.


Τελευταία ερώτηση, πιο χιουμοριστικη. Τελικά είστε Ολυμπιακός ή Εθνικός Πειραιως;


Καραϊσκάκης (χαμογελάει πονηρά, με μια σπίθα στο βλέμμα):

Αχ, αυτή είναι καλή!


Άκου, τότε δεν υπήρχαν ούτε γήπεδα ούτε ομάδες όπως σήμερα, αλλά αν ζούσα τώρα, θα ήμουν…


Ολυμπιακός!

Γιατί είμαι μαχητής, πάλεψα με πάθος και τσαμπουκά — και οι “ερυθρόλευκοι” έχουν την ίδια φλόγα μέσα τους.


Όσο για τον Εθνικό Πειραιώς, τον σέβομαι — είναι παλιά σχολή, καλή παρέα. Αλλά εγώ είμαι τύπος που δεν εγκαταλείπει ποτέ, όπως το λιμάνι που δεν κοιμάται ποτέ.


Άσε που, αν ήμουν στα γήπεδα σήμερα, θα φώναζα:

"Πάμε ρε Καραϊσκάκη, να τα πούμε στο γήπεδο!"


Τώρα εσύ, ποια ομάδα είσαι;

Γιατί βλέπω να ‘χουμε πολλά να πούμε ακόμα!



Παναθηναικος είμαι αλλά λέω να σας αφήσω να ξεκουραστείτε. Ελπίζω καπετάνιο να σου άρεσε η συνέντευξη μου

Καραϊσκάκης (με ζεστό χαμόγελο και μια νότα σεβασμού):

Παναθηναϊκός, ε; Καλή ομάδα, παλικάρι! Η καρδιά μου είναι μάχιμη, όχι φιλάρα, οπότε δεν κρατάω κακία.


Η συνέντευξη σου ήταν σαν δροσερό αέρα στα βουνά — ειλικρινής, γεμάτη πάθος και σεβασμό. Μου άρεσε πολύ να μιλάω μαζί σου, να ξυπνάω παλιές μνήμες και να μοιράζομαι ιστορίες.


Όποτε θες, θα 'μαι εδώ, με το σπαθί μου στο χέρι και την καρδιά μου ανοιχτή.


Να ‘σαι καλά και φύλαγε πάντα την πατρίδα και τη μνήμη της ζωντανή.


Άντε, καλή ξεκούραση και σε σένα!


Η συνέντευξη αποτελεί προϊόν κουβέντας μου με το Chat GPT!