Μετά από το ωραίο καφέ στο Γκάζι με το Νικηταρά, πήγα προς στη Πνύκα. Εκεί που ο «Γέρος του Μοριά» κάθισε και μίλησε στη Νεολαία στις 8 Οκτωβρίου του 1843. Εκεί τον βρήκα σήμερα, να κοιτάζει τον Παρθενώνα και να μονολογεί για την Ελλάδα. Κάπως έτσι τον πλησίασα και του είπα να μιλήσουμε. Εκείνος δέχθηκε και κάπως έτσι ξεκινήσαμε την κουβέντα...
Καλησπέρα στρατηγέ και σ' ευχαριστώ για την κουβέντα
Καλησπέρα σου, παλικάρι μου, και καλώς όρισες εδώ, στην Πνύκα — τόπο ιερό, όπου μίλησαν αρχαίοι σοφοί και τώρα η φωνή του αγώνα αντηχεί ξανά.
Εγώ σ’ ευχαριστώ, που μ’ ερωτάς· γιατί δεν είναι μικρό πράμα να θυμούμαστε πώς εφτάσαμε στη λευτεριά.
Λοιπόν, ρώτα ό,τι τραβάει η καρδιά σου — κι εγώ θα σου τα πω με την αλήθεια που έμαθα στο καμίνι του πολέμου.
Εδώ μίλησες και συ και σήμερα σε βρίσκω πάλι εδώ...
Ναι, εδώ μίλησα — και μίλησα στα παιδιά της πατρίδος, σ' εκείνα που θα ‘παιρναν τον τόπο στα χέρια τους. Ήταν 8 του Οκτώβρη του ’38, κι ο Θεός μού 'δωσε δύναμη να σταθώ μπροστά τους, όχι σαν στρατηγός, μα σαν πατέρας, να τους πω όσα είδε το μάτι μου και έπαθε η ψυχή μου.
Σήμερα πάλι εδώ, με καλείς — και νιώθω πως ο λόγος δε χάνεται, όταν βρίσκονται άνθρωποι να τον ξαναφέρουν στο φως. Γιατί η Πνύκα δε σωπαίνει· κρατάει τις φωνές που αξίζουν.
Πάμε στα παιδικά σου χρόνια. Οι Έλληνες πρόδωσαν την οικογένεια σου και έζησες από παιδί κυνηγημένος
Αχ, παιδί μου... τα παιδικά μου χρόνια δεν είχαν παιχνίδια, είχαν αίμα, δάκρυ και φυγή.
Ο πατέρας μου, ο Κωνσταντής ο Κολοκοτρώνης, σκοτώθηκε από Έλληνες — ναι, δικοί μας, μωρέ... προδότες, άνθρωποι που για λίγα γρόσια ή για να γλυτώσουν την πίκρα των Τούρκων, πούλησαν τη ζωή μας. Δεν είναι εύκολο να το λες, μα είναι η αλήθεια.
Από τότε μικρό παιδί, δεν ήξερα τι θα πει ήσυχο σπίτι. Η μάνα μου με πήρε και με γύριζε από χωριό σε βουνό κι από ρέμα σε σπηλιά. Ζήσαμε σαν αγρίμια. Μα αντί να με λυγίσει αυτό, με έκανε να σφίξω το χέρι στο γιαταγάνι και την ψυχή στον σκοπό: να ελευθερώσω τον τόπο όπου μας προδώσαν — για να μην προδώσει άλλος ποτέ πια.
Έτσι γεννήθηκε ο αγώνας μέσα μου. Από προδοσία και πόνο. Κι έγινε φλόγα. Και φλόγα δεν τη σβήνεις εύκολα...
Ισχύει πως ένα χαστούκι σε έκανε να ορκιστείς να μην αφήσεις Τούρκο στον Μοριά;
Αλήθεια το λες, κι αλήθεια είναι. Ήμουν παιδί — δεν είχα κλείσει καλά-καλά τα δώδεκα. Ήμασταν στη Ζάκυνθο, προσφυγάκια, κυνηγημένοι, φτωχοί. Και μια μέρα, στον δρόμο, ένας Τούρκος —ένας απ’ αυτούς που 'χαν μάθει να μας περιγελάνε— με χαστούκισε. Έτσι, χωρίς λόγο. Γιατί ήμουν Έλληνας. Γιατί μπορούσε.
Το χέρι του με χτύπησε στο μάγουλο — μα η φωτιά που άναψε, πήγε ίσα στην ψυχή μου. Δεν έκλαψα. Δεν είπα λέξη. Μα μέσα μου, τότε, έκανα όρκο:
"Δε θ' αφήσω Τούρκο στον Μοριά. Ούτε έναν."
Κι αυτόν τον όρκο τον κράτησα. Μετά από χρόνια, όταν σήκωσα μπαϊράκι, δεν ξέχασα ούτε το χτύπημα ούτε την αδικία. Γι’ αυτό δεν πολέμησα για εκδίκηση. Πολέμησα για την αξιοπρέπεια του γένους μου.
Και σαν ήρθε η ώρα, τους είπα: "Ή ελευθερία ή θάνατος. Τρίτο δεν έχει."
Πάμε την μέρα που σου είπαν πως οι Έλληνες ενώνονται και ξεκινούν ξεσηκωμό;
Αχ… εκείνη η μέρα… ακόμα και τώρα, σαν τη θυμάμαι, τρέμει η καρδιά μου όπως τότε που έβγαλα το γιαταγάνι απ’ το θηκάρι του για πρώτη φορά.
Ήτανε στα 1821, μα η σπίθα είχε ανάψει καιρό πριν. Εγώ, στη Μάνη ήμουν τότε — κυνηγημένος πάντα, μα δεν το 'βαζα κάτω. Κι ήρθε μήνυμα από παντού: απ' τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, απ’ τον Υψηλάντη, απ’ τα καράβια των νησιωτών, απ’ τα βουνά των Αγράφων. Όλοι λέγανε το ίδιο:
"Ήρθε η ώρα."
Κι όταν με βρήκανε και μου είπανε: "Οι Έλληνες ενώνονται. Σηκώνουμε μπαϊράκι, ξεκινάει ο ξεσηκωμός!", δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Για πρώτη φορά, αντί να κρυβόμαστε, θα σηκώναμε κεφάλι. Αντί να περιμένουμε, θα χτυπούσαμε.
Έσκυψα το κεφάλι λίγο — όχι από ντροπή, μα από ευγνωμοσύνη στον Θεό. Και ύστερα φώναξα:
"Ώρα καλή! Στον πόλεμο, ωρέ Έλληνες! Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία!"
Από κείνη τη μέρα δεν κοιμήθηκα ήσυχα ξανά — μα ούτε και ήθελα. Η λευτεριά δε σ' αφήνει να κοιμάσαι. Σου τραβάει την ψυχή και σου λέει: "Μπροστά!"
Λίγα χρόνια πριν είχαν γίνει οι αποτυχημένοι αγώνες του Ορλώφ. Δεν φοβηθήκατε να ξεκινήσετε;
Μα πώς να μην το θυμάμαι, παιδί μου; Τα Ορλοφικά — πίκρα μεγάλη. Το ’70, ήμουνα νέος τότε, μα αρκετά μεγάλος για να δω τι θα πει προδομένος ξεσηκωμός. Μας ξεσήκωσαν οι Ρούσσοι, μας έταξαν βοήθεια, και στο τέλος… φύγανε και μας άφησαν στο στόμα του λύκου. Οι Τούρκοι κάψαν χωριά, σφάξαν οικογένειες, και το αίμα μας πήγαινε στράφι.
Το ’21, λοιπόν, ναι — υπήρχε φόβος. Όχι μην πεθάνουμε· με τον θάνατο είχαμε γίνει φίλοι. Ο φόβος ήταν μην πάει κι αυτό χαμένο. Μην προδοθεί ξανά το γένος.
Κι όμως... ήταν κι ένας άλλος λογαριασμός ανοιχτός:
"Μπορεί να χαθούμε... αλλά δεν μπορούμε να σκύβουμε για πάντα."
Είπα τότε στους δικούς μου:
"Αν χάσουμε, χαθήκαμε τίμια. Αν κερδίσουμε, θα ξαναγεννηθούμε ως Έθνος. Τώρα ή ποτέ."
Κι έτσι το πήραμε απόφαση. Όχι από απερισκεψία, μα από ανάγκη. Από τιμή. Από το άδικο που βράζει στο αίμα.
Η Καλαμάτα «έπεσε» χωρίς να πέσει βόλι, σας φοβήθηκαν οι Τούρκοι ή έγινε κάτι άλλο;
Καλά το είπες — η Καλαμάτα «έπεσε» χωρίς ν' ανοίξει μπαρούτι. Μα δεν ήταν θαύμα μονάχα· ήταν δουλειά χρόνων και φόβος που είχε φωλιάσει στις ψυχές των Τούρκων.
Σου τα λέω όπως έγιναν:
Ήταν 23 του Μάρτη του ’21 όταν μπήκαμε στην πόλη. Εγώ, μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Παπαφλέσσα, τον Αναγνωσταρά κι άλλους καλούς. Οι Τούρκοι ήξεραν — *ήξεραν* — πως κάτι έρχεται. Τα νιώθουν αυτά οι δυνάστες όταν ο λαός πάψει να φοβάται.
Δεν θέλανε μάχη· είχαν ακούσει για τα βουνά που βράζουν, για τα χωριά που σηκώθηκαν, για τους καπεταναίους που ζώνουν τ’ άρματα. Και φοβήθηκαν. Παραδώθηκαν. Χωρίς αντίσταση.
Κι εμείς; Μπήκαμε με τάξη. Σαν στρατός, όχι σαν μανιασμένο πλήθος. Σηκώσαμε την σημαία, μπήκαμε στις εκκλησιές, ψάλλαμε το *"Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου"* — και φτιάξαμε την πρώτη ελεύθερη ελληνική διοίκηση, την Μεσσηνιακή Γερουσία.
Ήταν η αρχή. Η αρχή ενός πολέμου που πια δεν θα σταματούσε.
Η μάχη στο Βαλτέτσι θεωρείται μέχρι και σήμερα η κορυφαία στρατηγική σας στιγμή και διδάσκεται ακόμα. Θυμάστε εκείνην την ημέρα;
Θυμάμαι; Αν τη θυμάμαι, λέει;
Αν η ψυχή μου έχει χαραγμένη μια μέρα στον πόλεμο, είναι το Βαλτέτσι. Εκεί, παιδί μου, δε νικήσαμε απλώς. Εκεί γεννήθηκε ο ελληνικός στρατός. Εκεί αποδείξαμε πως δεν είμαστε μονάχα ψυχή — ήμασταν και τακτική.
Ήταν Μάης του ’21. Οι Τούρκοι είχανε μαζέψει πάνω από 10.000 άντρες, πεζικό, ιππικό, κανόνια. Εμείς… ζήτημα να ’χαμε 2.500 παλικάρια, σκορπισμένα σε τέσσερα ταμπούρια πάνω στον λόφο. Εγώ είχα φτιάξει τις θέσεις, τους είπα πώς να σταθούνε:
"Μην ανοίξετε τουφέκι αν δε δείτε άσπρα καβάδια. Και μη φοβηθείτε, ο τόπος δουλεύει για μας!"
Ο πόλεμος βάσταξε δύο μέρες, με ήλιο και αίμα. Οι Τούρκοι ανέβαιναν σαν κύματα· μα κάθε φορά έσπαγαν στα ταμπούρια μας. Ο Κολοκοτρώνης τότε δεν ήταν μοναχά καπετάνιος· ήταν μάτι, ήταν αυτί, ήταν στήριγμα. Πήγαινα απ’ το ένα ταμπούρι στ’ άλλο, έδινα κουράγιο, διόρθωνα, διέταζα. Και οι δικοί μας άντεχαν.
Στο τέλος, όχι μόνο τους κρατήσαμε — τους τσακίσαμε. Τους δείξαμε πως το "κλέφτικο" δεν είναι πια αντάρτικο του βουνού· είναι στρατός που μάχεται για πατρίδα.
Κι εγώ; Είπα τότε:
"Τώρα άνοιξε ο δρόμος για την Τριπολιτσά. Τώρα μάθαμε να νικάμε."
Πριν από λίγες μέρες οι σημερινοί Τούρκοι σας είπαν γεννοκτόνο, για ότι έγινε στην Τροπολιτσά. Εσείς τι απαντάτε;
Αχ… μεγάλη και βαριά η κουβέντα αυτή — και πονάει, όχι γιατί την είπαν, μα γιατί ξεχνούν ή κάνουν πως δεν θυμούνται.
Άκου λοιπόν την απάντησή μου, όπως θα την έλεγα κι αν ήμουν τώρα μπροστά τους:
Δεν ήμουν γεννοκτόνος. Ήμουν πολεμιστής σε πόλεμο ύπαρξης.
Η Τριπολιτσά ήταν το κέντρο της τυραννίας στον Μοριά. Εκεί μαζεύονταν οι πασάδες, εκεί δίνονταν οι διαταγές για να σφαγούν τα χωριά μας, να καούν οι εκκλησίες μας, να βιαστούν οι κόρες μας, να πουληθούν τα παιδιά μας.
Πριν μπούμε στην Τριπολιτσά, οι Τούρκοι είχαν αιώνες να μας δώσουν το ίδιο. Κι όταν ήρθε η ώρα, δεν ήταν πανηγύρι. Ήταν ξεκαθάρισμα λογαριασμών που έβραζε επί 400 χρόνια.
Κι αν έγιναν υπερβολές, δεν τις αρνούμαι. Τις πόνεσα κι εγώ. Μα ποιος μπορεί να βάλει ζύγι σ’ έναν ξεσηκωμένο λαό που ξαναβρίσκει το φως μέσα απ’ το σκοτάδι;
Κι αν με λένε "γεννοκτόνο", εγώ τους απαντώ:
"Δεν σκότωσα λαό. Ελευθέρωσα πατρίδα. Και πολέμησα εκείνον που με ήθελε σκλάβο, όχι αδελφό."
Όποιος θέλει αλήθεια, ας διαβάσει την Ιστορία. Όχι με μίσος, αλλά με δικαιοσύνη.
Ισχύει πως αφήσατε κάποιες άλλες φυλές να βγουν;
Αλήθεια λέτε. Όταν μπήκαμε στην Τριπολιτσά, δεν ήμασταν μόνοι σε εκείνη τη μάχη· υπήρχαν κι άλλοι λαοί, άλλες φυλές, που ζούσαν στην περιοχή. Εμείς παλεύαμε για την ελευθερία του ελληνικού γένους, μα δεν ήταν δικός μας σκοπός να εξοντώσουμε κάθε ανθρώπινο ον που ζούσε εκεί.
Είχαμε στρατηγική και ηθική:
Όποιος δεν έπαιρνε μέρος στην τυραννία και δεν πολεμούσε εναντίον μας, είχε το δικαίωμα να φύγει ή να μείνει χωρίς να τον πειράξουμε.
Αυτούς τους αφήσαμε να βγουν — και πολλοί το έκαναν, γιατί ήξεραν πως ο πόλεμος δεν ήταν εναντίον τους προσωπικά, αλλά ενάντια στην σκλαβιά και την αδικία.
Η μάχη ήταν σκληρή και άγρια, μα το μέτρο και η τιμή δεν έλειψαν από τους αγωνιστές μας. Δεν ήμασταν αιμοβόροι, ήμασταν ελεύθεροι που ζητούσαμε δικαιοσύνη.
Τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε;
Α, δυσκολίες πολλές και βαριές — δεν ήταν μόνο οι μάχες με τους Τούρκους που μας κουράσανε, αλλά και οι μάχες με τους ίδιους μας τους ανθρώπους.
Μετά την απελευθέρωση, ο τόπος ήταν ρημαγμένος, οι πληγές βαθιές.
Η πρώτη δυσκολία ήταν να φτιάξουμε κράτος από το μηδέν.
Να βρούμε νόμους, να βάλουμε τάξη, να προστατεύσουμε τον λαό που χρόνια ζούσε κάτω από τη σκλαβιά και την ανασφάλεια.
Ύστερα, ήρθαν οι διχόνοιες και οι έριδες ανάμεσα στους αγωνιστές. Κάθε καπετάνιος ήθελε τον δικό του δρόμο, κάθε φατρία ζητούσε την εξουσία.
Εγώ, ο Κολοκοτρώνης, προσπαθούσα να κρατήσω την ενότητα, να θυμίσω πως ο στόχος μας είναι κοινός: η Ελλάδα.
Και μετά, η μεγάλη δοκιμασία:
Η βασιλεία του Όθωνα και η ξένη επιρροή.
Πολλοί ξένοι ήρθαν να μας πουν πώς να κυβερνήσουμε, πώς να ζήσουμε — μα δεν ήξεραν τον πόνο μας, δεν ένιωθαν την ψυχή μας. Και πολλές φορές, οι ξένοι βασιλιάδες έγιναν εμπόδιο και όχι βοήθεια.
Ήμουν φυλακισμένος από τους ίδιους τους Έλληνες, γιατί τόλμησα να πω την αλήθεια και να αντισταθώ σε όσα έβλαπταν την πατρίδα.
Αυτές οι δυσκολίες ήταν ίσως πιο πικρές κι από τις μάχες στο πεδίο.
Μα δεν το βάζαμε κάτω. Γιατί η Ελλάδα δεν ήταν μόνο μια χώρα. Ήταν μια υπόσχεση — υπόσχεση που κρατήσαμε ζωντανή.
Θες να σου πω για το τέλος μου; Ή να μείνουμε στα χρόνια του Αγώνα;
Πριν πάμε σε αυτά τα χρόνια, θέλω να μου πείτε λίγο για τα Δερβενάκια. Ο Πετρόμπεης δεν σας πίστεψε και έφυγε πριν την μάχη με τους άνδρες του, εσείς όμως ο Παπαφλέσσας, ο Υψηλάντης και ο Νικηταράς μείνατε και τον περιμένατε. Όταν τον είδατε να έρχεται νοιώσατε μία ηθική ικανοποίηση;
Αχ, τα Δερβενάκια… εκεί έγινε μια από τις πιο καθοριστικές στιγμές του Αγώνα μας.
Ο Πετρόμπεης, πράγματι, είχε τις αμφιβολίες του — και δεν τον κατηγορώ. Ήταν σπουδαίος καπετάνιος, με πολύχρονη εμπειρία, αλλά το πνεύμα του Αγώνα, η πίστη μας στο θαύμα, ήταν διαφορετικά. Εκείνος προτίμησε να φύγει με τους άντρες του, ίσως για να μην ρισκάρει μια μάχη που φαινόταν δύσκολη.
Εμείς, όμως — εγώ, ο Παπαφλέσσας, ο Υψηλάντης, ο Νικηταράς — μείναμε. Περιμέναμε, όχι απλά με όπλα στα χέρια, αλλά με ψυχή γεμάτη αποφασιστικότητα. Ξέραμε πως η νίκη δεν είναι πάντα για τους πιο πολλούς, αλλά για τους πιο αφοσιωμένους.
Όταν τελικά ο Πετρόμπεης γύρισε, με τα παλικάρια του, και είδαμε πως είχαν επιλέξει να έρθουν να βοηθήσουν στη μάχη, ναι — ένιωσα μεγάλη ηθική ικανοποίηση. Ήταν σαν να είχε αναγνωρίσει την πίστη μας και να αποφάσισε να γίνει ένα με τον σκοπό μας.
Η μάχη στα Δερβενάκια ήταν νίκη ψυχής, στρατηγικής και ενότητας — παρόλο που ξεκίνησε με διχόνοιες.
Κι εκείνη τη μέρα, το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: Μόνο ενωμένοι μπορούμε να νικήσουμε.
Μετά ήρθε η διχόνια. Σας ζήλεψαν της κυβέρνησης και φοβήθηκαν πως θα πάρετε αξιώματα μετά την Επίδαυρο;
Αχ, η διχόνοια — η πληγή που πονούσε περισσότερο κι από τα τουφέκια.
Ναι, μετά την Επίδαυρο, όταν συγκροτήθηκε η πρώτη Ελληνική Κυβέρνηση, πολλοί από τους αγωνιστές ένιωσαν πως θα έπρεπε να μοιραστούν την εξουσία. Κι εγώ, ο Κολοκοτρώνης, ήμουν ένας από εκείνους που ο λαός και οι σύντροφοί του πίστευαν ότι θα έπαιρνα σημαντικό ρόλο.
Αλλά η αλήθεια ήταν πιο πικρή: κάποιοι στη νέα εξουσία ζήλεψαν τη δύναμή μου και φοβήθηκαν πως θα γίνω ανταγωνιστής. Άρχισαν οι κατηγορίες, τα ψέματα, οι ίντριγκες.
Κι εγώ, που πολέμησα δίπλα σε όλους, βρέθηκα στο περιθώριο. Μου φόρτωσαν κατηγορίες για ανταρσία, και με φυλάκισαν. Όχι από τους Τούρκους, αλλά από τους δικούς μας.
Η διχόνοια αυτή κράτησε χρόνια και μας κόστισε ακριβά. Μας αποδυνάμωσε και μας έφερε σε δύσκολες στιγμές, ενώ ο εχθρός δεν κοιμόταν.
Όμως εγώ ποτέ δεν λύγισα. Πάντα έλεγα πως η Ελλάδα πρέπει να μείνει ενωμένη — γιατί μόνο έτσι θα γινόταν μεγάλη.
Θες να σου πω για την περίοδο της φυλάκισής μου; Ή για την άφιξη του Όθωνα και το νέο καθεστώς;
Θέλω να μάθω για την πρώτη φυλάκη σας, από τους Έλληνες. Εκεί μάθατε και για τον θάνατο του γιου σας;
Η πρώτη μου φυλάκιση από τους δικούς μας ήταν σκληρή, πιο σκληρή κι από τις μάχες στο πεδίο. Με κράτησαν στο Ναύπλιο, σε ένα μικρό, σκοτεινό κελί — και κάθε μέρα ήταν αγώνας για να κρατήσω την ψυχή μου ζωντανή.
Εκεί, μέσα στη σιωπή και τη μοναξιά, έμαθα για τον θάνατο του γιου μου, του Γιάννη. Ήταν χτύπημα που δεν περίμενα να αντέξω. Ένας πατέρας πάντα ελπίζει πως τα παιδιά του θα ζήσουν και θα δουν την ελευθερία που πολέμησε.
Ο πόνος ήταν αβάσταχτος — μα δεν με λύγισε. Ήταν κι αυτός μια μάχη, μια δοκιμασία που έπρεπε να περάσω για την πατρίδα.
Η φυλάκιση αυτή έδειξε το πιο σκληρό πρόσωπο της Ελλάδας εκείνης της εποχής: όχι μόνο οι Τούρκοι ήταν εχθροί, μα και οι εσωτερικές διχόνοιες μπορούσαν να σκοτώσουν.
Ήθελα να πολεμήσω και να ελευθερώσω τον τόπο — και το πλήρωσα με την φυλακή και την προσωπική μου απώλεια.
Παρ' όλα αυτά όταν βγήκατε και πάλι πολεμήσατε και δεν ζητήσατε εκδίκηση για τον θάνατο του
Ακριβώς έτσι είναι. Ο πόνος για τον θάνατο του γιου μου ήταν βαθύς και αβάσταχτος, μα ποτέ δεν άφησα την καρδιά μου να γεμίσει μίσος ή εκδίκηση.
Ο αγώνας μας δεν ήταν προσωπικός, δεν ήταν για να πληγώσουμε άλλους ανθρώπους, αλλά για να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας από τη σκλαβιά.
Ήξερα καλά πως η εκδίκηση θα έφερνε μόνο περισσότερη διχόνοια και κακό — κι εμείς χρειαζόμασταν ενότητα, όχι νέες μάχες μεταξύ μας.
Έτσι, όταν βγήκα από τη φυλακή, γύρισα ξανά στα βουνά και στις μάχες, με καθαρή καρδιά και σταθερό βλέμμα, για να συνεχίσω τον αγώνα του λαού και της πατρίδας.
Η ελευθερία δεν κερδιέται με μίσος, αλλά με θάρρος, πίστη και αδελφοσύνη.
Οταν ηρθε ο Καποδιστριας γινατε φιλοι
Ναι, η σχέση μου με τον Ιωάννη Καποδίστρια ήταν σημαντική και καθοριστική για την πορεία του Αγώνα και της νέας Ελλάδας.
Ο Καποδίστριας ήταν άντρας με όραμα, γνώση και αφοσίωση στην πατρίδα — δεν ήταν απλώς ένας πολιτικός, αλλά ένας άνθρωπος που καταλάβαινε τα βάσανα και τις ανάγκες του λαού μας.
Όταν ήρθε, τον υποδέχθηκα με σεβασμό και ελπίδα. Συνεργαστήκαμε για να οργανώσουμε το κράτος, να σταθεροποιήσουμε την τάξη και να δώσουμε μια νέα πνοή στον αγώνα.
Φυσικά, υπήρχαν και δυσκολίες — οι εποχές ήταν δύσκολες, οι αντιθέσεις πολλές — αλλά η φιλία και η κοινή προσπάθεια μας ένωσαν.
Η παρουσία του Καποδίστρια έφερε σημαντική αλλαγή, και εγώ ένιωθα πως επιτέλους ο αγώνας μας αποκτούσε έναν πραγματικό ηγέτη πολιτικό.
Τον στηρίξατε όσο λίγοι. Ο θάνατος του πιστεύεται πήγε πίσω την Ελλάδα;
Απόλυτα σωστό. Στήριξα τον Καποδίστρια με όλη μου την ψυχή και τις δυνάμεις μου — γιατί ήξερα πως ήταν η μοναδική ελπίδα να σταθεί η Ελλάδα στα πόδια της μετά τον Αγώνα.
Ο θάνατός του όμως, ήταν σαν να κόπηκε απότομα το νήμα που μας κρατούσε ενωμένους και δυνατούς.
Η Ελλάδα έχασε τότε έναν ηγέτη με όραμα και αποφασιστικότητα, και το κενό που άφησε ήταν τεράστιο.
Ακολούθησαν πάλι διχόνοιες, αστάθεια και αντιπαραθέσεις που καθυστέρησαν την ανοικοδόμηση και την ενότητα του νεοσύστατου κράτους.
Πιστεύω βαθιά πως αν ο Καποδίστριας ζούσε περισσότερο, η Ελλάδα θα είχε πορευτεί πιο γρήγορα σε δρόμο ειρήνης και προόδου.
Όταν ήρθε ο Όθωνας οι αντιβασιλείς πήγαν να σας εκτελέσουν
Ναι, η άφιξη του Όθωνα και η περίοδος της αντιβασιλείας έφεραν νέες σκοτεινές στιγμές για μένα.
Οι αντιβασιλείς, φοβούμενοι την επιρροή και την τιμή μου, με θεωρούσαν απειλή για την εξουσία τους.
Έτσι, όχι μόνο με περιόρισαν, αλλά ήρθαν πολύ κοντά στο να με εκτελέσουν — ένα σχέδιο που ευτυχώς δεν ολοκληρώθηκε.
Ήταν μια περίοδος γεμάτη ίντριγκες, καχυποψία και προδοσία, όπου ο παλιός αγωνιστής βρέθηκε ξανά στα μαχαίρια με τους νέους κυβερνήτες.
Παρόλα αυτά, κράτησα την αξιοπρέπειά μου και την πίστη μου στην Ελλάδα, γνωρίζοντας πως ο αγώνας μας ήταν μεγαλύτερος από κάθε προσωπικό κακό.
Παρ' όλα αυτά ο ίδιος σας απελευθέρωσε και μάλιστα σας αποκατάστησε ως στρατηγό;
Ναι, κι αυτό είναι αλήθεια και τιμή μεγάλη.
Ο ίδιος ο Όθωνας, όταν ενηλικιώθηκε και πήρε τη διακυβέρνηση στα χέρια του, κατάλαβε το άδικο που μου είχε γίνει. Ήρθε η ώρα της δικαίωσης — όχι για εμένα προσωπικά, αλλά για τον ίδιο τον Αγώνα και την Ιστορία.
Με αποφυλάκισε και με τίμησε με τον βαθμό του στρατηγού. Μάλιστα, με κάλεσε στο παλάτι και μου έδωσε θέση δίπλα του, αναγνωρίζοντας πως ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν εχθρός της πατρίδας, αλλά θεμέλιό της.
Ήταν από τις στιγμές που ένιωσα πως ο κόπος και οι πληγές δεν πήγαν χαμένα.
Δεν κρατούσα κακία. Γιατί πάνω απ’ όλα, ήθελα να δω την Ελλάδα ελεύθερη, με θεμέλια γερά και μέλλον φωτεινό.
Η ομιλία σας στην Πνύκα θεωρείται ιστορική στιγμή, όμως λίγοι Έλληνες την γνωρίζουν. Σας ενοχλεί;
Μου καίει την ψυχή, παιδί μου.
Όχι γιατί ζητώ δόξες ή μνημεία — αυτά είναι για τους ματαιόδοξους. Αλλά γιατί εκείνη η ομιλία στην Πνύκα δεν ήταν λόγος για τιμές· ήταν μάθημα, ήταν παρακαταθήκη.
Μίλησα στους νέους, στους σπουδαστές, κι όσα είπα δεν ήταν λόγια καμαρωτά, αλλά καρδιά που μιλούσε απ' τα βάθη των πολέμων και της πείρας. Τους είπα:
"Να έχετε ομόνοια, γιατί η διχόνοια μας έφαγε."
Αν οι Έλληνες ξεχνούν τέτοια λόγια, τότε ξεχνούν και το αίμα που τους έφερε ως εδώ. Κι αν δεν θυμούνται, τότε κινδυνεύουν να τα ξαναζήσουν.
Δεν με πειράζει που δεν ξέρουν εμένα — με πονά που δεν ξέρουν τι πάθαμε και πώς σωθήκαμε. Αυτό είναι που με θλίβει.
Θες να σου πω πώς ένιωσα εκείνη τη μέρα πάνω στον βράχο της Πνύκας;
Ναι, θα ήθελα να γνωρίζω
Εκείνη τη μέρα, στον ιερό βράχο της Πνύκας, όπου άλλοτε μιλούσαν οι ρήτορες της αρχαίας Αθήνας, στάθηκα όχι σαν στρατηγός, αλλά σαν πατέρας.
Έβλεπα μπροστά μου τα νιάτα της πατρίδας. Μαθητές, φοιτητές, νέους ανθρώπους — παιδιά που δεν γνώρισαν τον πόλεμο, ούτε την πείνα, ούτε το κρυφό σχολειό.
Και σκέφτηκα: «Αυτοί είναι η Ελλάδα του αύριο.»
Κι αν δεν τους τα πω εγώ, ποιος θα τους τα πει; Οι αυλές; Οι ξένοι; Οι καλοθελητές; Όχι!
Ένιωθα λοιπόν εκείνη τη μέρα πως ο αγώνας μου δεν τέλειωσε με τα γιαταγάνια, αλλά συνεχίζεται με τα λόγια.
Τα λόγια που γίνονται φλόγα — αν βρουν καρδιά να τ' ανάψει.
Κι έτσι, με λόγο απλό, τους μίλησα για την ομόνοια, για την πίστη στον Θεό, για την αγάπη στην πατρίδα.
Τους είπα πως αν κρατούν τα τρία αυτά, η Ελλάδα δεν έχει να φοβάται τίποτα.
Αλλά αν τα χάσουν… τότε η πατρίδα θα σκοντάψει πάλι στα ίδια λάθη.
Ήταν η πιο ήσυχη μάχη που έδωσα, κι όμως — ίσως η πιο σημαντική.
Μιας και είπατε για την «Ελλάδα του αύριο», για την σημερινή Ελλάδα και τους σημερινούς νέους τι έχετε να πείτε; Την κατηγορούν ως γενιά που δεν αγωνζεται. Συμφωνείται;
Όχι, δεν συμφωνώ.
Η κάθε γενιά έχει τον δικό της αγώνα. Εμείς είχαμε το γιαταγάνι, τη φωτιά και το αίμα. Οι σημερινοί έχουν άλλους πολέμους: φτώχεια, μοναξιά, ξενιτιά, ανεργία, φόβο για το αύριο. Αυτά δεν είναι μικρά. Είναι πόλεμοι αθόρυβοι, που ματώνουν ψυχές αντί για σώματα.
Βλέπω νέους που σπουδάζουν με κόπο, που φεύγουν για να ζήσουν, που μένουν και παλεύουν σε μια πατρίδα που πολλές φορές τους γυρνά την πλάτη. Μα δεν το βάζουν κάτω.
Μπορεί να μη φωνάζουν όπως εμείς, μπορεί να μην κρατούν τουφέκι — αλλά ο αγώνας είναι μέσα τους. Και αυτό αξίζει σεβασμό, όχι κατηγορία.
Εκείνο που θα τους έλεγα είναι τούτο:
Να μην ξεχνούν ποιοι είναι. Να κρατήσουν πίστη, τιμή κι ενότητα. Ό,τι και να 'ρθει, με αυτά θα σταθούν.
Γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο παρελθόν. Είναι και μέλλον. Και το μέλλον είναι στα δικά τους χέρια — όπως κάποτε ήταν στα δικά μας.
Θέλω να μου πείτε, τι θα λέγατε αν ζούσατε στην σημερινή νεολαία για αρχή και έπειται στον Κυριάκο Μητσοτάκη;
Αν ζούσα σήμερα και στεκόμουν μπροστά στη νεολαία, θα τους έλεγα:
Παιδιά μου, ο τόπος αυτός στάθηκε με αίμα, με ιδρώτα, με δάκρυα. Δεν σας ζητώ να πολεμήσετε με σπαθιά — αλλά να μην ζήσετε με σκυμμένο το κεφάλι.
Να μάθετε την ιστορία σας, να την κρατάτε ως πυξίδα — όχι ως στολίδι στο ράφι. Να αγαπάτε την πατρίδα, αλλά με έργα, όχι με λόγια. Να λέτε την αλήθεια και να την αντέχετε.
Μη γίνετε θεατές. Γίνετε αυτοί που γράφουν το επόμενο κεφάλαιο. Γιατί η Ελλάδα δεν θέλει σωτήρες — θέλει ψυχές.
Κι αν είχα μπροστά μου τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, θα του έλεγα με την ευθύτητα που πάντα είχα:
Πρωθυπουργέ, σου δόθηκε χώρα με δάκρυα ποτισμένη και λαό βασανισμένο. Ό,τι κάνεις, να το κάνεις με γνώμονα την πατρίδα — όχι τη θέση. Το αξίωμα είναι προσωρινό· το κρίμα ή η τιμή μένουν αιώνια.
Να μη ξεχνάς πως κυβερνάς Έλληνες. Όχι αριθμούς. Όχι εταιρείες. Όχι στατιστικές. Να τιμάς τους φτωχούς, να δίνεις μέλλον στους νέους και να φροντίζεις τους γέροντες.
Και πάνω απ’ όλα — να ενώνεις. Όχι να χωρίζεις. Γιατί η διχόνοια μάς έφαγε πολλές φορές. Μη γίνεις άλλη μια σελίδα της.»
Αν με ρωτάς σαν τον Κολοκοτρώνη, θα σου πω τούτο:
Όταν βλέπεις τη φωνή του λαού να πνίγεται στα νούμερα και τις ανάγκες του να χάνουν μπροστά στα συμφέροντα των λίγων, τότε ναι — φαίνεται πως κυβερνούνται οι λαοί από αριθμούς κι όχι από καρδιές.
Δεν λέω πως δεν έγιναν έργα· αλλά αν ο λαός δεν νιώθει δικαιοσύνη, ασφάλεια και ελπίδα, τότε κάτι δεν γίνεται σωστά.
Και το πρώτο χρέος κάθε ηγέτη δεν είναι να δείχνει ανάπτυξη στα χαρτιά, αλλά να φτιάχνει ζωή στην πράξη.
Ο λαός βλέπει, δεν ξεγελιέται. Μπορεί να σωπαίνει για λίγο, αλλά θυμάται και κρίνει.
Κι εγώ έμαθα τούτο στον πόλεμο
Άμα δεν έχεις μαζί σου τον απλό άνθρωπο, κι ολόκληρο το φρούριο να 'χεις, μια μέρα θα πέσει.
Θες να συνεχίσω μιλώντας για το πώς θα ήθελα να κυβερνά ένας πραγματικός ηγέτης;
Ναι θα ήθελα
Τότε άκου καλά, παιδί μου.
Ένας αληθινός ηγέτης δεν φαίνεται όταν όλα πηγαίνουν καλά — τότε όλοι κυβερνάνε.
Ο ηγέτης φαίνεται στη φουρτούνα: όταν ο λαός πεινάει, όταν αδικείται, όταν απελπίζεται.
Ένας ηγέτης πρέπει πρώτα να ακούει. Να περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους — όχι να κρύβεται πίσω από φρουρές και συμβούλους.
Να κοιτά στα μάτια τις μάνες, τους εργάτες, τους γέροντες, και να μπορεί να τους πει:
«Σας καταλαβαίνω. Είμαι εδώ για εσάς, όχι για εμένα.»
Δεν κυβερνάς με διατάγματα — κυβερνάς με το παράδειγμα.
Αν δεν πονάς για τον φτωχό, αν δεν σέβεσαι τον κόπο, αν δεν φοβάσαι την Ιστορία, τότε είσαι διαχειριστής — όχι ηγέτης.
Και προπαντός: να θυμάσαι πως η εξουσία είναι δανεική. Δεν σου ανήκει.
Αν την κρατήσεις με αλαζονεία, θα τη χάσεις με οργή.
Αν την τιμήσεις με δικαιοσύνη, θα σε θυμάται ο λαός ακόμα και μετά θάνατον.
Σας ευχαριστώ γέρο μου, για το τέλος... Τι εύχεστε στους Έλληνες;
Εγώ, παιδί μου, έναν λόγο έχω για το τέλος — κι αυτός είναι ευχή και παρακαταθήκη μαζί:
Να είστε Έλληνες με καρδιά και όχι μόνο με καταγωγή.
Να μην ξεχάσετε ποτέ πόσο αίμα στοίχισε αυτή η λέξη: «Ελευθερία».
Να μη σκορπάτε την ομόνοια για κομματικά συμφέροντα. Να μη λησμονείτε την πίστη, την ιστορία, τη γλώσσα, τη γη σας.
Κι αν έρθει πάλι δύσκολη ώρα — μη φοβηθείτε. Ο Έλληνας γεννήθηκε για τα δύσκολα, φτάνει να είναι ενωμένος.
Εύχομαι λοιπόν σε όλους:
Φώτιση στον νου, δύναμη στην ψυχή και αγάπη στην πατρίδα.
Κι ας βρει ο καθένας τον δικό του τρόπο να υπηρετεί αυτόν τον τόπο — με έργο, με λόγο, με τιμή.
Σε ευχαριστώ πολύ Στρατηγέ μου! Ελπίζω να την απολαύσατε;
Σ’ ευχαριστώ παιδί μου — την απόλαυσα με την ψυχή μου.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για τον αγωνιστή απ’ το να μιλά στους απογόνους του. Κι όταν αυτοί ακούνε με σεβασμό, τότε νιώθει πως ο αγώνας του δεν πήγε χαμένος.
Να κρατάς την Ελλάδα μες στην καρδιά σου. Κι ό,τι κι αν γίνει — να μη σκύψεις.
Οι απαντήσεις της συνέντευξης ήταν προϊόν ChatGPT
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου