Κυριακή 22 Ιουνίου 2025

Ένα ηλιοβασίλεμα στην Ακρόπολη με τον Ανδρούτσο



Μετά από την ωραία συζήτηση με τον Θοδωρή Κολοκοτρώνη, ανέβηκα στο Ιερό βράχο της Ακρόπολης, πήγαινε σιγά σιγά στο ηλιοβασίλεμα. Κάπου εκεί δίπλα στον Παρθενώνα, αλλά και ιερά γλυπτά των Ελλήνων βλέπω τον Ανδρέα Ανδρούτσο. Εκεί που τον φυλάκισαν, εκεί που τον βασάνισαν, εκεί που τον γκρέμισαν... Κάπως έτσι πήγα δίπλα του και πιάσαμε την κουβέντα για το τότε και το τώρα.


Σε πετυχαίνω πάλι στην Ακρόπολη. Εδώ που σε γκρέμισαν οι φονιάδες σου.

Αχ… ναι, εδώ, στου Ιερού τον βράχο, που δεν προσκύνησα ποτέ, ούτε Τούρκο, ούτε ψεύτη Ρωμιό.


Μ’ έστησαν, λέει, να φυλάω την Ακρόπολη κι αντί για τιμή, μου ετοίμαζαν τη θηλιά. Κι όταν είδαν πως δεν λύγιζα, με πέταξαν απ’ το κάστρο, να πουν πως τάχα "γλίστρησα"… Μα δε γλιστράει έτσι εύκολα ένας Ανδρούτσος, παιδί της φωτιάς και της Ρούμελης.


Πάμε στα παιδικά σου χρόνια;


Πάμε… μα κράτα γερά, γιατί από παιδί περπάτησα πάνω σε αγκάθια.


Γεννήθηκα το 1788 στην Ιθάκη — μα η ρίζα μου είναι από την Ηπειρωτορουμελιώτικη γη, από πατέρα Λευκαδίτη και μάνα Ρουμελιώτισσα. Πατέρας μου ήταν ο Ανδρίτσος, καπετάνιος, πολεμιστής και φίλος του Λάμπρου Κατσώνη. Τον σκότωσαν οι Τούρκοι όταν ήμουν ακόμη μικρός. Κι έτσι μεγάλωσα με αίμα στο στόμα και φωτιά στην καρδιά.


Με μάζεψαν οι σύντροφοι του πατέρα μου, με φύλαξαν, με πότισαν μίσος για τον τύραννο και αγάπη για την πατρίδα. Από νωρίς έμαθα ν’ αγαπώ το καριοφίλι και να μισώ το ψέμα. Στα βουνά της Ρούμελης έγινα άντρας, όχι από ηλικία, αλλά από ανάγκη.


Υπήρξες στην αυλή του Αλη Πασα;


Ναι… υπήρξα. Ήμουνα νιος τότε, μα το μάτι μου κοφτερό, κι η ψυχή μου ανήσυχη. Με κάλεσε ο Αλή Πασάς στα Γιάννενα, όπως καλούσε τους ικανούς, τους ριψοκίνδυνους και τους επικίνδυνους — για να τους έχει κοντά του, να τους μετράει και, άμα λάχει, να τους λυγίσει ή να τους φάει.


Δεν ήμουν υπηρέτης του, ούτε σκυφτός μπροστά του. Ήμουν παρατηρητής. Έπαιζα το παιγνίδι του όσο με συνέφερε. Κι έμαθα πολλά: πώς να κυβερνά ένας ηγέτης, πώς να σπέρνει φόβο, πώς να κρατά τους φίλους κοντά και τους εχθρούς πιο κοντά. Ο Αλής δεν ήταν χαζός — είδε μέσα μου φλόγα και μυστήριο. Ίσως με φοβήθηκε κάποια στιγμή.


Μα εγώ δεν πουλήθηκα. Ο νους μου ήταν στη Ρούμελη και στην ώρα που θα σηκωνόταν το έθνος. Ό,τι πήρα από κει, ήταν χρήσιμο — όχι για δόξα δική μου, μα για τη λευτεριά μας.


Ποιος σε μύησε στη Φιλική Εταιρεία;


Με μύησε ο φίλος κι αδερφικός μου σύντροφος, ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος — ένας απ’ τους πρώτους της Φιλικής Εταιρείας, γενναίος και κρυφός σαν φίδι, μα καθαρός στην ψυχή.


Ήταν τότε που γύριζα από Ζάκυνθο, μετά από χρόνια στους Άγγλους και στα στρατιωτικά τους. Είχα ήδη την πείρα, τη φωτιά και τον σκοπό μέσα μου. Η Φιλική Εταιρεία ήταν η φωνή που περίμενα. Ο όρκος που έδωσα μπροστά στα ιερά, δεν ήταν λόγια: ήταν σφραγίδα αίματος.


«Θυσία και πίστη μέχρι τέλους». Έτσι ξεκίνησε το χρέος μου.


Κι από τότε, κάθε βήμα μου — είτε στο βουνό, είτε στο αρχηγείο, είτε στη μάχη — ήταν για την πατρίδα. Κρυφά, στα σκοτεινά, προετοιμάζαμε τη φωτιά που θ’ ανάψει απ’ άκρη σ’ άκρη στον τόπο.


Εσυ δεν υπήρξε συμπολεμιστης με τον Κολοκοτρώνη σε μάχη, μα υπήρξες φίλος του


Καλά τα λες. Με τον γέρο του Μοριά, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, δεν πολεμήσαμε ποτέ πλάι πλάι σε μάχη — οι δρόμοι μας ήταν διαφορετικοί: εκείνος στον Μοριά, εγώ στη Ρούμελη. Όμως ήμασταν φίλοι, με αμοιβαίο σεβασμό και πίστη στον κοινό σκοπό.


Ο Κολοκοτρώνης με εκτιμούσε για τη στρατηγική μου σκέψη. Έλεγε πως «ο Οδυσσέας δεν είναι απλώς πολεμιστής — είναι μυαλό». Κι εγώ τον θαύμαζα για τη φωτιά του, για τη δύναμη που είχε να ξεσηκώνει ψυχές και να κρατά τα ασκέρια του όρθια, ακόμα και μέσα στον χαλασμό.


Είχαμε κοινό εχθρό, κοινό όνειρο και κοινό πόνο: την προδοσία των δικών μας, που πολλές φορές ήταν πιο βαριά κι απ’ τις σφαίρες των Τούρκων.


Στις πολιτικές, είχαμε διαφορές. Εκείνος πίστευε πιο πολύ στην ενότητα μέσω των προκρίτων και των Φαναριωτών. Εγώ, πιο λαϊκός, πιο σκληροπυρηνικός, ήθελα την Επανάσταση να μείνει καθαρή, δίχως προδοσίες και ραδιουργίες.


Μα η φιλία μας άντεξε… και μέχρι τέλους ο ένας κράτησε τον άλλον ψηλά μες στο νου του.


Πάμε στο Χανι μα και στις άλλες ιστορικές σας μάχες 


Πάμε, λοιπόν, στο Χάνι της Γραβιάς — εκεί που γράψαμε ιστορία με το αίμα και την εξυπνάδα μας.


Ήταν Μάης του 1821. Ο Ομέρ Βρυώνης κατέβαινε με 8.000 στρατιώτες για να καταπνίξει την Επανάσταση στη Ρούμελη και μετά να περάσει στον Μοριά. Έπρεπε να τον σταματήσω. Ήξερα πως μετωπική σύγκρουση ήταν αυτοκτονία — ήμασταν 120 παλικάρια όλοι κι όλοι. Γι’ αυτό και διάλεξα το Χάνι της Γραβιάς: στενό, οχυρωμένο, τέλειο για ενέδρα.


Κλειστήκαμε μέσα στο χάνι, στήσαμε τις θέσεις μας και περιμέναμε. Δυο μέρες βάσταξε η μάχη. Οι Τούρκοι όρμησαν ξανά και ξανά, μα έπεφταν σωρηδόν. Τα παλικάρια μου — Σκαλτσάς, Γκούρας, Δυοβουνιώτης — πολέμησαν σαν λιοντάρια. Κι όταν η νύχτα σκέπασε τον κάμπο, φύγαμε αθόρυβα, χωρίς να χαθεί ούτε ένας.


Είχαμε σκοτώσει εκατοντάδες. Ο Ομέρ Βρυώνης σταμάτησε την πορεία του. Η Ρούμελη πήρε ανάσα. Ο Μοριάς σώθηκε.


Άλλες μάχες…


Βαλτέτσι, Δαμάστα, Ζητούνι…

Έστηνα καρτέρια, χτυπούσα με αιφνιδιασμό. Πίστευα στον πόλεμο του έξυπνου, όχι του πολυάριθμου. Κάθε μάχη ήταν και ένα μάθημα. Δεν είχαμε πολυτέλεια για απώλειες.


Αθήνα 1822 – η φρουρά της Ακρόπολης:

Όταν μου ανέθεσαν την υπεράσπιση της Ακρόπολης, έδωσα την ψυχή μου. Έβαλα τάξη, συσπείρωσα τον λαό, κράτησα μακριά τον εχθρό. Μα άρχισαν οι φθόνοι, τα μαχαίρια πίσω από την πλάτη. Δεν άντεχαν τη φήμη μου — ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Ρωμιοί…


Το τέλος…

Με συνέλαβαν, δήθεν για εσχάτη προδοσία. Μ’ έκλεισαν στην Ακρόπολη, φυλακισμένο απ’ αυτούς που κάποτε υπερασπίστηκα. Και μια νύχτα… με πέταξαν απ’ το κάστρο, για να πουν ότι "δραπέτευσα κι έπεσα".


Μα η Ιστορία ξέρει. Δεν έπεσα — με ρίξανε.

Θες να σου μιλήσω για τους ανθρώπους που με πρόδωσαν; Ή για τα όνειρα που είχα για την ελεύθερη Ελλάδα που δεν πρόλαβα να δω;


Θέλω να ρωτήσω κάτι πριν από αυτά... με το Νικηταρα ήσασταν κουμπάροι;


Ναι, ήμασταν. Με τον Νικηταρά, τον γενναίο τον Τουρκοφάγο, δεν ήμασταν μόνο σύντροφοι στον αγώνα — ήμασταν και **κουμπάροι**, δεμένοι με δεσμούς πίστης και τιμής.


Ο Νικηταράς βάφτισε τον γιο μου, τον Λεωνίδα. Ήταν τιμή για μένα, γιατί τον εκτιμούσα όσο λίγους. Ήταν αγνός πολεμιστής, δεν μολεύτηκε ποτέ από αξιώματα και παιχνίδια εξουσίας. Μαχητής καθαρός, σαν βουνίσιο νερό — δεν ήξερε από ψέματα.


Όταν εμένα με κύκλωναν οι κατηγορίες και οι προδοσίες, **ο Νικηταράς δεν μίλησε ποτέ εναντίον μου.** Κι ας μη μπορούσε να με υπερασπιστεί ανοιχτά — ήξερε πως οι καιροί ήταν πικροί και τα στόματα δεμένα.


Μια κουβέντα μου είχε πει κάποτε, που δεν την ξέχασα:


> «Οδυσσέα, εμείς για την πατρίδα θα χαθούμε — όχι για τη δόξα, ούτε για τους καναπέδες της Αθήνας.»


Κι έτσι έγινε. Κι οι δυο πληρώσαμε με μοναξιά και προδοσία, μα κρατήσαμε το όνομά μας καθαρό.


Ισχύει πως πήγαν να σας δολοφονήσουν, αλλά η σφαίρα χτύπησε στο πόδι του παιδιού σας, που το κρατούσε ο Νικηταρας;


Ναι… αυτό ειπώθηκε. Κι όσο κι αν οι "ιστορικοί" αμφιβάλλουν, εγώ σου λέω: **ναι, συνέβη.** Και δείχνει πόσο σκοτεινά ήταν τα πάθη, ακόμη και μέσα στην ίδια την Επανάσταση.


Ήταν στα χρόνια που ήδη μ’ είχαν αρχίσει οι υπονομεύσεις. Φοβόντουσαν τη δύναμή μου, το όνομά μου, τον λαό που με πίστευε. Έλεγαν πως ήμουν ανεξέλεγκτος, πως συνεργαζόμουν με τους Τούρκους — μα όλα αυτά ήταν φήμες για να με βγάλουν απ’ τη μέση.


Μια μέρα, στα κρυφά, με σημάδεψαν. Στόχος ήμουν εγώ. Μα την ώρα εκείνη **ο Νικηταράς κρατούσε στην αγκαλιά του τον μικρό μου τον Λεωνίδα.** Κι η σφαίρα — είτε απ’ τον Θεό, είτε απ’ την τύχη — δεν με βρήκε. Χτύπησε το πόδι του παιδιού μου. Σώθηκε, αλλά έμεινε με το σημάδι.


Ο Νικηταράς έκλαψε. Δεν μίλησε. Μονάχα με κοίταξε και μου είπε:


> «Δεν είναι οι Τούρκοι, Οδυσσέα. Οι δικοί μας είναι οι χειρότεροι.»


Αυτή η φράση χαράχτηκε στην ψυχή μου. Από τότε κατάλαβα πως ο αγώνας για την ελευθερία **δεν τελείωνε με τα όπλα — μόλις άρχιζε με τις ψυχές.**


Ποιοι προσπάθησαν να σας σκοτώσουν και ήτα οι ίδιοι που τα κατάφεραν,


Οι άνθρωποι που προσπάθησαν να με σκοτώσουν — και τελικά τα κατάφεραν — ήταν εκείνοι που φοβήθηκαν το όνομά μου, τη δύναμή μου και την ανεξαρτησία μου μέσα στην Επανάσταση.


Ήταν πολιτικοί και προύχοντες που ήθελαν να ελέγχουν τον αγώνα, να κρατούν τα ηνία στα χέρια τους, μακριά από τους πραγματικούς πολεμιστές και τους απλούς ανθρώπους. Μερικοί απ’ αυτούς είχαν και σχέσεις με ξένες δυνάμεις ή ακόμα και με τους Τούρκους — γιατί το συμφέρον ήταν πάνω απ’ την πατρίδα.


Ανάμεσά τους ξεχώριζαν:


* **Ο Δημήτριος Υψηλάντης**, ο οποίος, αν και αρχηγός, συχνά είχε αντιπαλότητες με εμάς τους αρματολούς της Ρούμελης.

* **Ο Κωσταντίνος Οικονόμου**, προύχοντας με μεγάλη επιρροή στην Αθήνα, που με κατηγορούσε ψευδώς για προδοσία.

* **Κάποιοι από τους Φαναριώτες**, που έβλεπαν τον αγώνα με τα μάτια της πολιτικής και της εξουσίας, όχι της λευτεριάς.


Ήταν αυτοί που οργάνωσαν τη συκοφαντία, την προδοσία και τη σύλληψή μου. Με φυλάκισαν στην Ακρόπολη, με κράτησαν σε συνθήκες σκληρές, και τελικά με πέταξαν απ’ τα τείχη για να πουν πως "δραπέτευσα".


Αυτοί οι ίδιοι, με κρυφές συμφωνίες και παιχνίδια εξουσίας, σφράγισαν την τύχη μου.


Όμως η ιστορία δεν ξεχνά — κι εγώ δεν πέθανα απλώς. Με ρίξανε.


Ο Υψηλάντης δεν ήταν μαζί σας στον εμφύλιο;


Όχι, ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν ήταν μαζί μου στον εμφύλιο, γιατί… ο εμφύλιος που ξέρουμε ξέσπασε μετά την αρχική φάση της Επανάστασης, με έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε διάφορες φατρίες.


Ο Υψηλάντης ήταν αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας και είχε ηγετικό ρόλο στην αρχή της Επανάστασης, κυρίως στη Μολδοβλαχία, αλλά και στα πρώτα βήματα της στην Ελλάδα. Ωστόσο, οι πολιτικές και στρατιωτικές αντιπαραθέσεις, ειδικά ανάμεσα σε προύχοντες, αρματολούς, και διάφορες φατρίες, δημιούργησαν διχόνοιες και εμφύλιες συγκρούσεις.


Εγώ ως αρματολός της Ρούμελης, είχα τριβές κυρίως με τοπικούς προύχοντες και πολιτικούς που δεν με ήθελαν ανεξάρτητο ή δυναμικό. Με τον Υψηλάντη δεν είχα προσωπική σύγκρουση στον εμφύλιο, αλλά το πολιτικό παιχνίδι ήταν περίπλοκο.


Η ιστορία της Επανάστασης είναι γεμάτη από τέτοιες πικρές διαμάχες, όπου οι εχθροί δεν ήταν πάντα οι Τούρκοι, αλλά συχνά οι ίδιοι μας οι άνθρωποι.


Πάμε στη σύλληψη 


Η σύλληψή μου ήταν μια από τις πιο πικρές στιγμές της ζωής μου — και ταυτόχρονα η αρχή του τέλους.


Ήμουν τότε στην Αθήνα, έχοντας αναλάβει τη φρούρηση της Ακρόπολης, ένα καθήκον που είχα πάρει με σοβαρότητα και πάθος. Κράτησα τον λόχο μου σε τάξη, απέκρουσα επιθέσεις, κι όμως οι εχθροί μου ήταν πιο επικίνδυνοι από τις σφαίρες.


Οι πολιτικοί αντίπαλοι — οι προύχοντες της Αθήνας και κάποιοι Φαναριώτες — άρχισαν να διαδίδουν ψευδείς κατηγορίες. Με κατηγόρησαν για προδοσία, συνεργασία με τους Τούρκους, και για απόπειρα εναντίον της ελληνικής Επανάστασης. Ήταν ψέματα, αλλά τα λόγια τους είχαν βάρος και το πλήθος στράφηκε εναντίον μου.


Μια νύχτα, με συνέλαβαν αιφνιδιαστικά, χωρίς δίκη, χωρίς δικαιοσύνη. Με κλείσανε στην Ακρόπολη, όχι ως προστάτη, αλλά ως κρατούμενο. Οι συνθήκες ήταν σκληρές. Ο κόσμος που κάποτε με τιμούσε, τώρα με φοβόταν ή με απέρριπτε.


Κι εκεί, μέσα στα τείχη, ήξερα πως οι μέρες μου ήταν μετρημένες.


Μια νύχτα, με πέταξαν απ’ τα τείχη, για να πουν πως «δραπέτευσα» και χάθηκα. Η αλήθεια ήταν διαφορετική — με σκότωσαν.


Αυτή η προδοσία με πλήγωσε πιο πολύ από κάθε πληγή στον πόλεμο.


Όταν ξεκινούσε η επανάσταση, φανταζόσασταν αυτήν την καταληξη;


Όταν ξεκινούσαμε την Επανάσταση, πίστευα βαθιά στην ελευθερία και στη δικαιοσύνη — αλλά ποτέ δεν φαντάστηκα πως ο αγώνας μας θα κατέληγε σε τόσο αίμα, προδοσίες και πίκρες.


Ήμασταν νέοι, γεμάτοι όνειρα και φωτιά. Πίστευα πως με το σπαθί και την καρδιά μας θα σβήναμε τα δεσμά και θα χτίζαμε μια Ελλάδα ισχυρή, ενωμένη, καθαρή.


Μα η πραγματικότητα ήταν σκληρή. Οι ξένοι παρεμβαίναν, οι ίδιοι οι Έλληνες χωρίζονταν σε φατρίες, οι προδότες ξεφύτρωναν μέσα από τη σκιά. Και το χειρότερο — όσοι πολεμούσαν στα μέτωπα, πολλές φορές μαχόμασταν και με τους δικούς μας.


Σκέφτηκα πολλές φορές αν άξιζε. Κι όμως, ακόμα και την τελευταία στιγμή, το όνειρο της λευτεριάς ήταν φωτεινό μέσα μου.


Η ιστορία της Ελλάδας δεν γράφτηκε μόνο με νίκες και δόξα — γράφτηκε και με θυσίες και με αίμα.


Είπες πως οι Έλληνες  χωρίζονται σε φατριες, θες να μας πεις ποιες ηταν, όπως ποιοι πιστεύεις πως ήταν οι προδότες;


Ναι, θα σου τα πω όλα, γιατί η αλήθεια πρέπει να λέγεται, κι ας πονά.


Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση, οι Έλληνες δεν ήταν ενωμένοι. Ήταν χωρισμένοι **σε τρεις βασικές φατρίες και αυτή η διαίρεση υπήρξε η μεγαλύτερη πληγή μας:


1. Οι Φαναριώτες και πολιτικοί της Κωνσταντινούπολης


Ήταν οι μορφωμένοι, οι διπλωμάτες, οι πλούσιοι, συνήθως με σχέσεις με τις ξένες αυλές. Ήθελαν να έχουν την ηγεσία του Αγώνα μέσω της πολιτικής, όχι του σπαθιού.

Πρόσωπα: Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Θεόδωρος Νέγρης, Ιωάννης Κωλέττης (μετέπειτα αντίπαλος μου).


Αυτοί οι άνθρωποι συχνά έβλεπαν εμάς τους καπεταναίους ως αγράμματους και επικίνδυνους.


2. Οι προύχοντες – κοτζαμπάσηδες


Ήταν οι τοπικοί άρχοντες, πλούσιοι και ισχυροί προτού καν ξεκινήσει η Επανάσταση. Δεν ήθελαν την ανεξαρτησία τόσο, όσο να μη χάσουν την εξουσία τους.


Μας υποστήριξαν όταν τους συνέφερε, αλλά όταν νιώθαν πως χάνουν το πάνω χέρι, στράφηκαν εναντίον μας.


3. Οι καπεταναίοι – αρματολοί και κλέφτες


Ήμασταν οι άνθρωποι του βουνού και του πολέμου. Εγώ, ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Παπαφλέσσας, ο Μπότσαρης. Είχαμε αίμα, εμπειρία, κι ήμασταν έτοιμοι να θυσιαστούμε.

Αλλά… δεν είχαμε ενότητα μεταξύ μας. Ο ένας φοβόταν τον άλλον. Κάποιοι πειράχτηκαν απ’ τη δόξα του Κολοκοτρώνη, άλλοι απ’ τη φήμη μου στη Ρούμελη.


Και τώρα για τους προδότες…


Δεν θα σου πω μόνο ονόματα. Θα σου πω ποιοι ήταν οι προδότες με τη συμπεριφορά τους:


Όποιος έβαζε το προσωπικό του συμφέρον πάνω απ’ την πατρίδα.

Όποιος συκοφαντούσε πολεμιστές για να πάρει θέση ή χρήμα.

Όποιος συνεργάστηκε με τον εχθρό για να χτυπήσει Έλληνα.

Όποιος πρόδωσε τη μνήμη των νεκρών για μια θέση στην Αντιβασιλεία.


Κατ’ όνομα, Ιωάννης Κωλέττης ήταν ένας από τους πιο σκοτεινούς. Έπαιξε ρόλο στη δική μου καταστροφή. Οικονόμου στην Αθήνα επίσης.


Αλλά να ξέρεις κάτι: δεν με σκότωσε ένας.

Με σκότωσε το σύστημα. Το ίδιο που μετά την Επανάσταση έδιωξε ή φτώχυνε ή φυλάκισε όλους όσους πολέμησαν — και μοίρασε τιμές σε γραμματείς και αυλικούς.


Πιστεύεις καπετάνιο πως και οι σημερινοί Έλληνες είναι χωρισμένοι σε φατρίες;


Αχ… φίλε μου… όπως τότε, έτσι και τώρα. Ίσως με άλλα ονόματα, ίσως με πιο "σύγχρονα" προσωπεία — μα το φαρμάκι είναι το ίδιο.


Οι σημερινοί Έλληνες, ναι, είναι ακόμα χωρισμένοι. Όχι μόνο σε κόμματα ή παρατάξεις. Αλλά σε φατρίες του νου και της ψυχής:


 Σε εκείνους που αγωνίζονται και σε εκείνους που βολεύονται.

 Σε εκείνους που πιστεύουν σε κάτι ανώτερο κι εκείνους που υπηρετούν μόνο τον εαυτό τους.

 Σε εκείνους που θυμούνται και τιμούν… και σε εκείνους που ξεχνούν για να τους συμφέρει.


Βλέπω κι ακούω — γιατί η ψυχή του αγωνιστή δεν πεθαίνει. Και πολλές φορές φωνάζω, χωρίς να με ακούτε:


 "Μην κάνετε τα ίδια λάθη με μας.

 Μην πολεμάτε αδέρφια, την ώρα που οι εχθροί χαμογελούν."


Η Ελλάδα, για να σταθεί ψηλά, πρέπει πρώτα να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της. Να ξέρει την Ιστορία της, αλλά όχι για να κατηγορεί, μα για να γιατρεύει.


Πριν λίγες ημέρες η Λιβυή συμμάχησε με την Τουρκία εναντίον της Ελλάδα, πιστεύεις πως οι Έλληνες έχουν την ομοψυχία αν γίνει κάποιο επεισόδιο με κάποια από τις δύο χώρες;


Καλή είναι η ερώτησή σου… πικρή όμως.

Γιατί όταν βλέπω την Ελλάδα να κινδυνεύει απ’ έξω, πρώτα κοιτάζω αν αντέχει από μέσα.


Και θα σου πω την αλήθεια:

Η Ελλάδα έχει ψυχή — αλλά λείπει η ομοψυχία.


Σήμερα, όπως και τότε, οι κίνδυνοι απ’ τα έξω μάς ενώνουν προσωρινά, αλλά οι διχασμοί επανέρχονται μόλις κοπάσει ο αχός. Κι αυτό είναι που φοβάμαι περισσότερο:

Μη τυχόν και οι Έλληνες δεν καταλάβουν πως ο πραγματικός πόλεμος δεν είναι μόνο στα σύνορα — αλλά στις καρδιές και στις αποφάσεις τους.


Λιβύη, Τουρκία, ΑΟΖ, συμμαχίες… όλα αυτά είναι σοβαρά.

Αλλά χωρίς ενότητα, χωρίς κοινό σκοπό, ακόμα και το καλύτερο όπλο γίνεται άχρηστο.0


 Αν γίνει επεισόδιο, οι Έλληνες θα πολεμήσουν.

 Το ερώτημα είναι: θα μείνουν ενωμένοι όταν τελειώσει;


Κι εδώ έρχεται η ευθύνη: των αρχόντων, των δημοσιογράφων, των δασκάλων, των παπάδων, του λαού. Όχι να φωνάζουν πατρίδα μόνο όταν φοβούνται, αλλά να τη χτίζουν κάθε μέρα.


Θελω να μιλησουμε για το βραδυ της δολοφονίας σου... οταν μπηκαν στο κελί σου κατάλαβες τις προθέσεις τους;


Ναι... τις κατάλαβα.


Όταν άκουσα τα βήματά τους εκείνο το βράδυ, δεν ήσαν βήματα σκοπών, ήταν βήματα λύκων. Δεν κρατούσαν ψωμί, ούτε μήνυμα. Κρατούσαν θάνατο.


Το κελί μου στην Ακρόπολη ήταν βαρύ, αλλά πιο βαρύ ήταν το βάρος της αλήθειας που είχα μέσα μου. Ήξερα πως τους φόβιζα — όχι γιατί κρατούσα σπαθί, αλλά γιατί κρατούσα φωνή. Και η φωνή του αγωνιστή είναι πιο επικίνδυνη κι από χίλια τουφέκια, όταν δεν την εξαγοράζεις.


Μπήκαν μέσα με βλέμμα σβηστό, αποφασισμένο. Δεν χρειάστηκε να πουν λέξη.


 Τους κοίταξα και είπα:

Σκοτώστε με… Μα να ξέρετε: η Ελλάδα δεν πεθαίνει με το κορμί μου. Εγώ θα γίνω φωνή στις πέτρες, στη γη, στα παιδιά σας.


Με πήραν και με ανέβασαν στο τείχος. Εκεί, ψηλά, όπου φύλαγα την πατρίδα — κι εκεί με πέταξαν, να φανεί σαν "απόδραση".


Μα η απόδραση ήταν δική τους: απέδρασαν απ’ την Ιστορία. Εγώ μπήκα μέσα της.


Οι σύγχρονοι ιστορικοί λένε πως σε χτύπησαν πάρα πολύ το βράδυ του θανάτου σου και μάλιστα ότι σου έκαναν και ζημιά ακόμα και στα γεννητικά σου όργανα


Ναι… αυτό λένε. Κι αν είναι αλήθεια, δεν με ντροπιάζει. Εκείνους ντροπιάζει.


Γιατί ο άντρας που πολεμά για την πατρίδα δεν κρίνεται από το σώμα του — αλλά από την ψυχή του

Κι αν με χτύπησαν στο πρόσωπο, στα πλευρά, ακόμα και εκεί… το έκαναν για να με ταπεινώσουν.


 Μα δεν ήξεραν πως η αξιοπρέπεια δεν πεθαίνει με μπουνιές.


Μπήκαν στο κελί όχι σαν εκτελεστές, μα σαν βασανιστές. Ήθελαν πρώτα να με λυγίσουν και μετά να με σκοτώσουν. Γι’ αυτό και τόσα χτυπήματα.

Λένε πως έσπασαν πλευρά, λιάνισαν πρόσωπο, ακρωτηρίασαν…

Όχι από οργή.

Από φόβο.


Ο φόβος του προδότη μπροστά στο βλέμμα του τίμιου.


Κι όλα αυτά τα έκρυψαν… Έριξαν το κορμί μου απ’ το τείχος για να πουν "πήγε να φύγει".

Μα ο λαός δεν τους πίστεψε. Και η Ιστορία δεν συγχωρεί.


Είναι αλήθεια;

Ναι, είναι αλήθεια — τουλάχιστον όσο μας το μαρτυρούν τα ιστορικά τεκμήρια και οι πιο προσεκτικές μελέτες.


Η δολοφονία μου δεν ήταν απλή εκτέλεση. Ήταν βασανισμός και διαπόμπευση, με σκοπό όχι μόνο να σβήσουν εμένα, αλλά να σβήσουν και το σύμβολο που είχα γίνει.


Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής — ακόμη και ανθρώπων που βρέθηκαν στο φρούριο της Ακρόπολης — το σώμα μου βρέθηκε:


Πολυτραυματισμένο,


Με χτυπήματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στο στέρνο,


Και, ναι, λέγεται ότι είχε δεχτεί χτύπημα και στα γεννητικά όργανα — μια πράξη που οι παλιοί ήξεραν πως δεν ήταν απλώς σωματική, αλλά βαθειά συμβολική: ταπείνωση του άντρα, του πολεμιστή, του αρχηγού.


Κι αυτό, να το ξέρεις, δεν το έκαναν Τούρκοι. Το έκαναν Έλληνες. Όχι ο λαός, αλλά οι "άρχοντες" της εποχής, που με φοβήθηκαν γιατί δεν τους υπηρέτησα.


Η Ιστορία, όσο και να την κουκουλώνουν, στο τέλος μιλά. Και δεν ξεχνά ποιος πέθανε με το κεφάλι ψηλά — και ποιος το έσκυβε για να διοριστεί.


Γιατί δεν είπαν την αλήθεια από την αρχή πιστεύεις;


Γιατί ήξεραν πως η αλήθεια θα τους κάψει.


Αν έλεγαν από την αρχή πως δολοφόνησαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, θα φαινόταν γυμνή η προδοσία τους. Θα έπρεπε να εξηγήσουν:


 γιατί σκότωσαν έναν ήρωα της επανάστασης,

 γιατί βασάνισαν τον νικητή του Χάνι της Γραβιάς.

 γιατί εκτέλεσαν χωρίς δίκη έναν αγωνιστή που πολέμησε όσο λίγοι.


Έτσι, έφτιαξαν μια ιστορία:


 "Πήγε να αποδράσει, έπεσε και σκοτώθηκε."


Όμως ξέρεις…

η αλήθεια έχει αντοχή. Όσο κι αν τη θάψεις, ξεφυτρώνει ξανά.


Σιγά σιγά μαρτυρίες άρχισαν να ξεσκεπάζουν τα ψέματα:


 Στρατιώτες που μίλησαν.

 Φήμες για βασανισμούς.

 Το σώμα μου, που όταν παραδόθηκε, ήταν χτυπημένο πέρα από κάθε "πτώση".


 Δεν είπαν την αλήθεια, γιατί δεν μπορούσαν να την αντέξουν.

 Γιατί θα τους έβλεπε ο λαός όχι σαν αρχηγούς, αλλά σαν δολοφόνους.

 Και γιατί η αλήθεια δεν ταιριάζει ποτέ με την εξουσία που στηρίζεται στο ψέμα.


Τελευταία ερώτηση για να σε αφήσω να ξεκουραστείς... ζηλεύεις που δεν πρόλαβες να ζήσεις την ελεύθερη Ελλάδα, ή χαίρεσαι γιατί δεν είχες την τύχη όλων των ηρώων της επανάστασης, που φυλακίστηκαν ή έζησαν ως ζητιάνοι;


Καλή ερώτηση, και πονεμένη…


Όχι, δεν ζηλεύω.

Ούτε τους ζωντανούς, ούτε τους ελεύθερους. Γιατί εγώ έζησα την Ελλάδα στην πιο αληθινή της στιγμή — εκεί που πολεμούσε να γεννηθεί.


Δεν είδα την ελευθερία με τα μάτια.

Αλλά την είδα με την ψυχή.


 Και κάποιες ελευθερίες είναι τόσο μεγάλες, που αν τις δεις με τα μάτια, μικραίνουν.


Όσο για τους άλλους ήρωες... ναι, πονάει που ο Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε, που ο Νικηταράς πέθανε φτωχός και τυφλός, που ο Μακρυγιάννης βασανίστηκε, που πολλοί κατέληξαν με ρούχα σκισμένα και τιμή ανέγγιχτη.


Αλλά εγώ…

Δεν πρόλαβα να φθαρώ.

Δεν πρόλαβα να δω την Ελλάδα να ξεπουλιέται, ούτε να παρακαλάω για σύνταξη ή ψωμί.


 Κι ίσως, έτσι, έμεινα καθαρός.

 Πέθανα όρθιος, πριν προλάβει η "ελευθερία" να γίνει συναλλαγή.


Δεν ζηλεύω λοιπόν.

Μονάχα πονάω που το Έθνος μας πληγώνει τους καλύτερούς του — ξανά και ξανά.


Σε ευχαριστώ πολύ για τα λόγια σου και για τον χρόνο σου


Κι εγώ σε ευχαριστώ…

Γιατί δεν είναι μικρό πράγμα να δώσεις ξανά φωνή σ’ έναν νεκρό, ούτε να σταθείς απέναντί του με σεβασμό, ερωτήσεις και σιωπές.


Με τίμησες.


Και τώρα… ο Οδυσσέας σιωπά — όχι γιατί δεν έχει άλλα να πει,

αλλά γιατί έρχεται η σειρά σου να μιλήσεις για την Ελλάδα που θες να δεις.


Εμείς πεθάναμε για να τη φτιάξουμε. Εσείς ζείτε για να τη φυλάξετε.


Οι απαντήσεις ήταν προϊόν τεχνιτής νοημοσύνης Chatgpt

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου