Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

Μια κουβέντα με το Νικηταρά


Μετά από την συνέντευξη με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, ανηφόρισα παίρνοντας την Πειραιώς. Κάπου εκεί λίγο πριν το Μοσχάτο βλέπω έναν ακόμα μεγάλο να «Κοιτάζει την Ελεύθερη Ελλάδα», όπως έλεγε σε ξένους που τον πλησίαζαν για να του δώσουν ελεημοσύνη, πριν πεθάνει. Ήταν  ο Νικηταράς, ο μεγάλος αυτός Έλληνας, που αδικήθηκε όσο λίγοι αγωνιστές. Τον προσκάλεσα να ανέβουμε λίγο πιο πάνω και να πιούμε ένα καφέ στο Γκάζι, με θέα την Ακρόπολη και δέχθηκε με χαρά. Μόλις φτάσαμε στο «Γκάζι» καθίσαμε και κάπως έτσι ξεκίνησε η κουβέντα μας.


Καταρχάς θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε σήμερα να πιούμε ένα καφέ και να μιλήσουμε για το τότε και το τώρα!

Να ’σαι καλά, παιδί μου. Τιμή μου να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι – όχι για φιγούρα, μα για να θυμηθούμε. Όχι μονάχα τα βάσανα και τις μάχες, μα και την ψυχή εκείνου του καιρού. Αν δεν λέμε τις αλήθειες του χτες, το αύριο θα μας προσπεράσει κουφό και τυφλό.


Βάλε τον καφέ και ρώτα. Είμαι εδώ.


Ήσασταν ένας άνθρωπος που τόσο οι Τούρκοι, όσο και κάποιοι Έλληνες της εποχής σας, σας φοβόντουσαν, γιατί συνέβει αυτο;


Ξέρεις… δεν ήθελα να με φοβούνται. Ήθελα να με σέβονται.


Τους Τούρκους δεν τους φοβέριζα με λόγια – με το σπαθί και την πίστη στο δίκιο τους πολεμούσα. Μ’ έβλεπαν στη μάχη και μ’ έλεγαν Τουρκοφάγο. Όχι γιατί το χαιρόμουν, μα γιατί δεν σταματούσα όσο υπήρχε σκλαβιά. Δεν είχα πίσω.


Μα πιο βαριά πληγή ήταν οι φόβοι των δικών μας. Κάποιοι Έλληνες, της καρέκλας και της ίντριγκας, φοβόντουσαν πως δεν μπορούσαν να με αγοράσουν. Δεν χρωστούσα σε κανέναν, δεν γύρεψα αξιώματα, ούτε παράδες. Κι αυτό πονάει όσους τρέφονται από τη διαφθορά.


Φοβούνται όσους δεν έχουν ανάγκη.


Μα εγώ, παιδί μου, είχα μονάχα μία ανάγκη: η λευτεριά της πατρίδας. Και σαν ήρθε, την είδα να ξεπουλιέται σε χέρια δειλά.


Γι’ αυτό με φοβόντουσαν. Γιατί δεν μ’ έλεγες, δεν μ’ αγόραζες, δεν μ’ έστρεφες.


Το γεγονός πως είχατε χάσει ακόμα και τον αδερφό σας, τον οποίο αγιοποιησε η εκκλησία μας, σας έκανε να θέλετε να σκοτώνεται όλο και περισσότερους Τούρκους;


Αχ… ο αδελφός μου. Ο Ιωάννης. Έπεσε στο Βαλτέτσι, παλικάρι τρανό και άγιο στην ψυχή. Δεν ήταν ο θάνατός του που με έκανε θεριό στη μάχη· ήταν η πίστη του. Η καθαρότητά του. Αυτό με έκαιγε μέσα μου σαν φωτιά.


Δεν πολεμούσα για εκδίκηση. Αν πολεμάς με μίσος, χάνεις την ψυχή σου. Εμείς πολεμούσαμε με οργή για το άδικο, μα με καθαρή καρδιά.


Ο Ιωάννης, ο αδερφός μου, δεν γύρευε αίμα. Γύρευε την ελευθερία των ανθρώπων, να προσκυνούν τον Θεό τους, να μιλούν τη γλώσσα τους, να ζουν με τιμή. Κι αυτό ήταν που μας όπλιζε. Όχι ο θάνατος, αλλά η ζωή που μας στερούσαν.


Σκότωνα στη μάχη, ναι. Όπως κι εκείνοι. Μα μετά έμενα σιωπηλός, δεν πανηγύριζα. Γιατί ήξερα τι βάρος κουβαλάει το σπαθί που στάζει αίμα.


Άγιος έγινε εκείνος. Εγώ έμεινα να κουβαλώ το όνομά του. Μπορεί να με είπαν Τουρκοφάγο… μα ο πόνος με έκανε άνθρωπο, όχι θηρίο.


Γνωρίζω πως ήσασταν γενναίος, όμως πριν τα Δερβενάκια οι Έλληνες λιγοψύχησαν και πάλι καλά που βρέθηκε ο Κολοκοτρώνης να τους εμψύχωση. Η λιγοψυχια των Ελλήνων, μπροστά στον Δράμαλη σας φόβισε;

Λιγοψυχία... ανθρώπινο πράμα είναι, παιδί μου. Μην τους κατηγορείς. Είχαν δει χωριά καμένα, παιδιά σφαγμένα, γυναίκες σκλαβωμένες. Ο Δράμαλης δεν ήταν παίξε-γέλασε. Ερχόταν με στρατό που ’κανε τη γη να τρέμει.


Μα εκεί που πολλοί λύγισαν, βρέθηκε ο Γέρος του Μοριά – ο Κολοκοτρώνης. Σαν βράχος. Μας μάζεψε, μας φώναξε με λόγια που δεν γράφονται· μόνο νιώθονται. Μας θύμισε γιατί πολεμάμε: όχι για δόξες και λάφυρα, αλλά για μάνα, για γη, για πίστη.


Και τότε δεν φοβήθηκα, όχι. Γιατί η καρδιά του λαού ξαναχτύπησε. Είπα μέσα μου: «Αν είναι να πέσουμε, ας πέσουμε όρθιοι». Στα Δερβενάκια δεν πολεμήσαμε με αριθμούς – πολεμήσαμε με ψυχή. Κι η ψυχή, σαν πάρει φωτιά, νικά και δράκους.


Ο φόβος υπάρχει πάντα. Μα άλλο είναι να φοβάσαι και να τρέχεις, κι άλλο να φοβάσαι και να στέκεσαι. Εμείς σταθήκαμε. Και τους κλείσαμε τον δρόμο. Γιατί δεν είχε άλλο πίσω – πίσω ήταν η πατρίδα.


Στα Δερβενακίων χρειάστηκε η τρίτη σπάθα σας να σας βάλουν κομπρέσες για να την βγάλουν λένε οι θρύλοι, ισχύει;


Αχ... τα λένε, παιδί μου, κι ακούγονται σαν παραμύθια. Μα να σου πω πώς έγινε.


Εκείνη τη μέρα, στα Δερβενάκια, ο ήλιος έκαιγε και το αίμα έβραζε. Πήρα την πρώτη μου σπάθα και πάλεψα. Έσπασε. Έβγαλα τη δεύτερη. Έσπασε κι αυτή πάνω στα στήθια των Γκιαούρηδων. Η τρίτη, βαριά, μου έκοβε το χέρι. Δεν τη σταμάτησα. Έλεγα: «Κράτα, καρδιά. Όσο βαστάς, πολεμάμε».


Όταν τέλειωσε η μάχη, το χέρι είχε μουδιάσει, δεν το ένιωθα. Οι σύντροφοι είπαν πως είχε πρηστεί τόσο, που για να βγάλουν τη σπάθα απ’ το χέρι μου έβαζαν κομπρέσες με ξύδι και νερό.


Ίσως να ’ναι αλήθεια, ίσως να τα μεγάλωσαν οι άνθρωποι με τα χρόνια. Μα το χέρι εκείνο πονούσε όντως για μέρες, όχι από το βάρος της σπάθας – από το βάρος της ευθύνης. Γιατί τότε δεν κρατούσες μονάχα όπλο· κρατούσες την ελπίδα όλου του γένους.


Κι αν δεν το αντέξεις, χάνεται.


Ο λαός χρειάζεται μύθους, μα πίσω απ’ αυτούς είναι πάντα ένας άνθρωπος. Ματωμένος, κουρασμένος, μα ορθός. Θες να σου πω και για το τι έγινε μετά; Για τις φυλακές; Για την πίκρα της λευτεριάς;


Ο Υψηλάντης σας έδωσε δύο ντουφέκια και εσείς προσπαθήσατε να τα πουλήσετε. Γιατί δεν πήρατε λάφυρα, απ την στιγμή που όλοι πηραν;


Άκου, παιδί μου… Το να πάρεις λάφυρα δεν ήταν για μένα ζήτημα πλούτου ή κέρδους. Ο Υψηλάντης μου έδωσε εκείνα τα δύο ντουφέκια όχι για να τα πουλήσω, αλλά για να πολεμήσω και να υπερασπιστώ την τιμή της πατρίδας.


Ήμουν φτωχός από πάντα, μα δεν ήμουν ποτέ κλέφτης. Οι άλλοι μπορεί να τσίμπησαν λάφυρα, μα εγώ ήθελα να κρατήσω την καθαρότητα της ψυχής μου και να μην λερώνω το όνομα μου. Δεν πολεμάς για να πλουτίσεις, αλλά για να ζήσει η γη ελεύθερη και ο λαός περήφανος.


Προσπάθησα να πουλήσω τα ντουφέκια γιατί χρειαζόμουν λίγα χρήματα για να συντηρήσω τους άντρες μου — όχι για ιδιοτέλεια. Η καρδιά μου ήταν πάντα στο πεδίο της μάχης, όχι στα λάφυρα.


Η τιμή μου ήταν πιο βαριά απ’ όλα τα όπλα. Και αυτό το ήξεραν όλοι γύρω μου.


Σας ντροπιασαν στην Ελεύθερη Ελλάδα και σας κατάντησαν ζητιανο. Όμως και πάλι, όταν ήρθε κάποιος ξένος γνωστός σας να σας δώσει ελεημοσύνη εσείς του δώσατε πίσω το πουγκί με τις λίρες που έπεσε επίτηδες απ την τσέπη του. Γιατι;


Αχ, παιδί μου... Ντροπή και τιμή, δυο δρόμοι που περπάτησα μαζί.


Μετά τον αγώνα, πολλοί με ξέχασαν, με άφησαν να γυρίζω σαν ζητιάνος στην ίδια μου τη γη. Μα ποτέ δεν ζήτησα έλεος σαν χρέος — ούτε έλεος σαν χάρη. Είχα μέσα μου περηφάνια πιο δυνατή από κάθε υλικό πλούτο.


Όταν ο ξένος εκείνος, που με γνώριζε παλιά, μου έδωσε το πουγκί με τις λίρες και είδε πως το άφησα να πέσει επίτηδες, το έκανα γιατί δεν ήθελα να πάρω κάτι που δεν κέρδισα με τη δική μου αξία.


Δεν είμαι άνθρωπος που πουλάει την τιμή του για λίγα αργύρια. Η πατρίδα μου μου έμαθε να σηκώνομαι με το κεφάλι ψηλά, ακόμα κι όταν η ζωή με πέταξε χαμηλά.


Έδωσα πίσω το πουγκί γιατί η αξιοπρέπεια δεν αγοράζεται και δεν πωλείται.


Αυτή η πράξη μου ήταν πιο δυνατή απ’ όλα τα λόγια.


Δυστυχώς τα οστα σας έχουν χαθεί. Σας πειράζει αυτό, ή χαίρεστε γιατί ακούγεται πως μπορεί να μην έχουμε τα οστά του, αλλά όπου γης Ελληνική είναι γη του Νικηταρα;


Παιδί μου, τα κόκαλα δεν κάνουν τον ήρωα — η ψυχή του κάνει την ιστορία. Ναι, τα οστά μου χάθηκαν, κι αυτό πονάει σαν πληγή που δεν κλείνει. Μα η πατρίδα μας δεν είναι μόνο χώμα και πέτρες.


Όπου υπάρχει καρδιά Ελληνική, εκεί υπάρχει και ο Νικηταράς. Σε κάθε ψίθυρο ελευθερίας, σε κάθε φλόγα που καίει για δικαιοσύνη, εκεί είμαι εγώ. Δεν με κρατάει το χώμα, με κρατάνε οι ιδέες, το θάρρος και η αλήθεια.


Μπορεί να μην έχω τάφο λαμπρό, μα έχω την αγάπη του λαού μου. Και αυτή δεν χάνεται ποτέ.


Άρα, παιδί μου, να χαίρεσαι που ο Νικηταράς ζει μέσα σε κάθε Ελληνική ψυχή, παντού στον κόσμο.


Τα σημερινά παιδιά σας ξέρουν μόνο ως όνομα, αντε το πολύ πολύ και ως αφίσα. Σας ενοχλεί που στα σχολειά μας δεν σας μαθαίνουν;


Αχ, παιδί μου, το ξέρεις πόσο με πονάει αυτό. Να είσαι ήρωας και να γίνεσαι όνομα ξεχασμένο, να γίνεσαι απλά μια αφίσα σε τοίχο που ξεθωριάζει.


Όμως δεν φταίει μόνο το σχολείο. Φταίμε όλοι εμείς που δεν διηγούμαστε την ιστορία μας με πάθος, που αφήνουμε τη μνήμη να σβήνει σαν στάχτη στον άνεμο.


Τα παιδιά πρέπει να μάθουν όχι μόνο το όνομά μου, αλλά το γιατί πολέμησα, τι θυσίασα, τι αγάπησα. Να μάθουν πως πίσω από κάθε όνομα υπάρχει ένας άνθρωπος με όνειρα και πόνο.


Ελπίζω ακόμα να ξυπνήσει η φλόγα μέσα τους, πριν χαθεί για πάντα.


Και αν θες, βοήθησέ με. Πες τους την ιστορία μου όπως σου τη λέω τώρα, ζωντανή, αληθινή.


Μην αφήσεις να γίνω απλά μια ξεθωριασμένη αφίσα.


Η τότε κυβέρνηση σας κυνήγησε, όπως και η βασιλεία του Όθωνα. Η σημερινή αν ήσασταν εν ζωή πιστεύεται πως και πάλι θα σας κυνηγούσε;


Αχ, παιδί μου, η ιστορία έχει έναν τρόπο να επαναλαμβάνεται με άλλες μορφές. Τότε με κυνήγησαν γιατί ήμουν φωνή αλήθειας και ανεξαρτησίας, γιατί δεν ήθελα να σκύψω το κεφάλι μπροστά σε καμιά εξουσία που δεν υπηρετεί τον λαό.


Αν ζούσα σήμερα, δεν ξέρω αν θα με κυνηγούσαν πάλι — αλλά ξέρω πως θα έστεκα πάντα απέναντι σε κάθε αδικία και στέρηση ελευθερίας. Θα μιλούσα για τον λαό, για τους φτωχούς, για τους ξεχασμένους. Κι αυτό ίσως θα ενοχλούσε όσους φοβούνται την αλήθεια.


Η καρδιά μου δεν άλλαξε, ούτε η ψυχή μου. Όσο υπάρχει καταπίεση, θα υπάρχει και ο Νικηταράς που θα σηκώνει το λάβαρο της αντίστασης.


Και γι’ αυτό, παιδί μου, πρέπει να θυμόμαστε: η ελευθερία δεν δίνεται, κατακτιέται και φυλάγεται πάντα με θάρρος.


Πείτε μας, εκτός τα Δερβενακίων, σε ποιες άλλες μάχες διακριθηκατε;


Παιδί μου, πέρα από τα Δερβενάκια, που ήταν η μεγάλη μου στιγμή, πολέμησα σε πολλές μάχες, πάντα μπροστάρης, πάντα με το σπαθί στο χέρι.


Ήμουν παρών στο Μεσολόγγι, όπου η ψυχή του λαού μας δοκιμάστηκε σκληρά. Εκεί, παρά τις κακουχίες και την πείνα, δεν λύγισα ποτέ.


Στο Χάνι της Γραβιάς στάθηκα δίπλα στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, και μαζί αντισταθήκαμε στους Τούρκους με κάθε μέσο.


Επίσης, στη μάχη του Βαλτετσίου, όπου έπεσε και ο αδελφός μου Ιωάννης, πολέμησα με μανία και θάρρος, θέλοντας να τιμήσω τη θυσία του.


Κάθε μάχη για μένα ήταν σαν μια προσευχή για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του γένους μας.


Η Ελλάδα που είναι σήμερα, είναι η Ελλάδα που ονειρευτήκατε όταν ξεκίνησε η επανάσταση;


Παιδί μου, η Ελλάδα που ονειρευτήκαμε τότε ήταν μια πατρίδα ελεύθερη, ενωμένη, όπου ο λαός ζει με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη. Μια Ελλάδα που δεν θα φοβάται ούτε θα υποτάσσεται σε κανένα.


Η σημερινή Ελλάδα έχει κάνει βήματα μεγάλα, μα δεν είναι ακριβώς όπως την ονειρευτήκαμε. Υπάρχουν πληγές που μένουν ανοιχτές, διχόνοιες που δεν τις θέλαμε, και πολλοί άνθρωποι που ακόμα παλεύουν για τα βασικά τους δικαιώματα.


Μα η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Και εγώ πιστεύω πως μέσα στην καρδιά των Ελλήνων υπάρχει η δύναμη να ξαναχτίσουν εκείνη την Ελλάδα που ονειρευτήκαμε, με σεβασμό στην ιστορία και πίστη στο μέλλον.


Είναι καθήκον σας να μην ξεχάσετε το παρελθόν και να παλέψετε για το καλύτερο αύριο.


Κάτι τελευταίο, τι μήνυμα θα θέλατε να πείτε στη σημερινή νεολαία της Ελλάδας;


Να ακούσετε, παιδιά μου, την καρδιά σας και να μην ξεχνάτε ποτέ από πού κρατάει η ρίζα σας. Η ελευθερία δεν είναι δεδομένη — κερδίζεται με θυσίες, με θάρρος και με πίστη.


Μη φοβάστε να ονειρεύεστε μεγάλα, αλλά να παλεύετε με ταπεινότητα και σεβασμό. Σεβάστε την ιστορία σας, γιατί μέσα της κρύβονται οι δάσκαλοι της ζωής.


Κι αν ποτέ βρεθείτε μπροστά σε δυσκολίες και αδικίες, να θυμάστε: η δύναμη βρίσκεται μέσα σας, όχι στις εξουσίες.


Σηκωθείτε, μιλήστε, αγωνιστείτε — όχι μόνο για εσάς, μα για όλο τον τόπο.


Η Ελλάδα ζει μέσα σας, και μαζί της ζει και ο Νικηταράς.


Να είστε περήφανοι, να είστε δυνατοί.


Αυτά θα ’θελα να σας πω, παιδιά μου.


Σας ευχαριστώ πολύ. Ήταν τιμή μου που δεχτήκατε να συνομιλήσουμε. Ελπίζω να το απολαύσατε;


Η τιμή είναι δική μου, παιδί μου. Να μιλάω με κάποιον που νοιάζεται για την ιστορία και την ψυχή του λαού μου, αυτό είναι χαρά μεγάλη.


Απόλαυσα κάθε στιγμή, κάθε λέξη που βγήκε από το στόμα μου για να ζωντανέψει το παρελθόν μας. Ελπίζω να σου έδωσα λίγη από τη φωτιά που έκαιγε μέσα μου.


Να θυμάσαι πάντα: η ιστορία ζει μέσα σε όσους τη σέβονται και τη μεταφέρουν.


Να είσαι καλά, και όποτε θέλεις, εδώ θα είμαι να ξαναμιλήσουμε.


Και μην ξεχνάς... το χρέος μας είναι αιώνιο.


Με τιμή και σεβασμό.


Καλή σας ξεκούραση 


Ευχαριστώ, παιδί μου. Η ξεκούραση για μας ήρωες είναι άλλη υπόθεση — αλλά θα πάρω μια ανάπαυλα, γιατί το μέλλον ανήκει σε εσάς.


Να προσέχεις τον εαυτό σου και την πατρίδα μας.


Όσο ζεις, κράτα ζωντανή τη φλόγα.


Καλή συνέχεια σε σένα.


Οι απαντήσεις το Νικηταρά είναι προϊόν του Chatgpt

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου