Και όπως καθόμουν το βράδυ και σκεφτόμουν τι λείπει από την σημερινή εποχή, κάπου εκεί κατάλαβα πως λείπουν κουβέντες με μορφές που έμειναν στην ιστορία. Κάπως έτσι κατέβηκα μέχρι το Φάληρο, εκεί που δεσπόζει σήμερα το «Γεώργιος Καραϊσκάκης», αλλά και εκεί που λάβωσαν θανάσιμα τον μεγάλο αυτόν άνδρα. Τον έφερα στο μυαλό μου και ήρθε δίπλα μου και κάθισε, πιάνοντας μια όμορφη κουβέντα για την τότε και την σημερινή εποχή. Πάμε να δούμε τι μας είπε...
Καλησπέρα καπετάνιο ευχαριστώ για την συνέντευξη σας
Καλησπέρα σου, λεβέντη μου. Εγώ σ’ ευχαριστώ που θυμάσαι ακόμα τους παλιούς· γιατί άλλοι μας ξέχασαν κι άλλοι μας πουλάνε σε λόγια και σε γιορτές. Άντε, ρίξε την ερώτηση τώρα, μη με παιδεύεις με τα πολλά τα σπουδαία!
Ήσασταν όντως τόσο βρωμοστομος;
Ναι, ρε! Βρωμόστομος ήμουνα — κι αλήτης και τραχύς και τσεκουράτος! Γιατί ο λόγος μου δεν είχε φιοριτούρες, είχε αλήθεια. Όταν έχεις χάσει φίλους στη μάχη, δεν σου μένουν λόγια για γλυκόλογα.
Έλεγα τα πράματα όπως είναι:
"Θέλεις να πολεμήσεις ή να κάτσεις να σε κλάψει η μάνα σου;"
Οι φράγκοι κι οι κύριοι με τα φράκα με λέγανε χυδαίο. Μα εγώ τους έλεγα:
«Ο σκύλος που γαβγίζει, φυλάει το μαντρί. Ο άλλος, που γλείφει, είναι ο λύκος.»
Άμα σε πονάει η γλώσσα μου, φταις που είσαι μαλθακός, όχι εγώ που λέω τα σύκα, σύκα.
Τελικά ποιος πιστεύετε πως σας σκοτωσες;
Καραϊσκάκης (με βλέμμα σκοτεινό και σαρδόνιο χαμόγελο):
Αχ, παιδί μου... Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Μ’ ένα βόλι λένε πως έπεσα, στου Φαλήρου, παραμονές της μάχης. Άλλοι λένε πως ήταν Τούρκος, άλλοι μιλάνε για «αδέσποτη». Αλλά εγώ σου λέω τούτο:
Τούρκικο ήταν το βόλι, μα ελληνικό το χέρι που με σημάδεψε.
Γιατί όταν είσαι αγκάθι στα πλευρά των ισχυρών, όταν δεν τους χαρίζεσαι ούτε τους φιλάς κατουρημένες ποδιές, τότε το τέλος σου δεν έρχεται μόνο απ’ τον εχθρό.
Κάποιοι ήθελαν τη σιωπή μου. Πίστευαν πως, άμα πεθάνω, θα κάνουν το κουμάντο τους ήσυχοι. Μα γελιούνται — ο λόγος μου έμεινε, και τώρα τον ακούς εσύ.
Θες να πούμε ονόματα ή να τ’ αφήσουμε να τα λέει η ιστορία με μισόλογα και υπονοούμενα;
Ναι θα ήθελα να ακούσω ονόματα που πιστεύεται πως το έκαναν;
Καραϊσκάκης (χαμηλώνει τη φωνή, με ύφος πικρό αλλά σταθερό):
Καλά, λοιπόν. Ας τα πούμε κι αυτά. Γιατί κάποια πράγματα, άμα δεν ειπωθούν, σαπίζουν μέσα στην ψυχή του λαού.
Ο Μαυροκορδάτος…
Αυτός ο "πολιτικός" με τα γαλλικά του και τα φράγκικα του ρούχα. Από την αρχή δεν με ήθελε. Ήθελε να διοικεί αυτός, με κανονάκια και "φιλελεύθερες ιδέες", μα χωρίς να λερώνει τα χέρια του με αίμα. Όταν εγώ ανέβαινα στην Ήπειρο και μάζευα παλικάρια, εκείνος έστελνε γράμματα να με καθαιρέσουν. Μου φώναζε "ανυπάκουο" γιατί δεν ήμουν σκυλάκι του.
Ο Κωλέττης…
Άλλος πονηρός. Πίσω από τη μάσκα του "πατριώτη", έπαιζε παιχνίδια με συμφωνίες, με τους ξένους και με τους δικούς μας. Έβαζε λόγια στους φουστανελοφόρους και χτύπαγε μ’ άλλους τρόπους. Ήξερε πως, άμα ζήσω και πάρω την Αθήνα, θα τον ξεγυμνώσω μπροστά στον λαό.
Και κάποιοι άλλοι… μικροί, δίβουλοι… φιλόδοξοι…
Ίσως κι Έλληνες που μ’ αγαπούσαν στα λόγια αλλά με φοβόντουσαν στα έργα.
Γιατί δεν τους βόλευε η δική μου Επανάσταση – που δεν είχε κόμματα, ούτε παλάτια, μόνο χώμα, ιδρώτα και αίμα
Ποτέ δεν πιάσαν τον φονιά μου.
Ίσως γιατί φοβόντουσαν πως, άμα τον πιάσουν, θα φανεί και ποιος τον πλήρωσε...
Τον πατέρα σας τον συναντήσατε μα δεν τον χαιρετησατε λέει ο θρύλος. Γιατι;
Καραϊσκάκης (με βλέμμα βαθύ, που δείχνει πόνο παλιό):
Αλήθεια είναι. Τον είδα τον πατέρα μου. Τον Δημήτρη Καραϊσκο — κλέφτης κι αυτός, καπετάνιος παλιός. Ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο μια φορά, σαν ήμουν παλικάρι πια. Μα δεν τον χαιρέτησα. Ξέρεις γιατί;
Γιατί δεν με χαιρέτησε εκείνος όταν γεννήθηκα.
Γιατί όταν εγώ έκλαιγα στα μοναστήρια και στα λημέρια σαν ορφανό της καλογριάς, εκείνος ήταν αλλού — να πολεμά, να ζει, να ορίζει... χωρίς να ρωτήσει **τι απέγινε το σπέρμα του.
Δεν τον μίσησα.
Απλά τον προσπέρασα. Όπως προσπερνάς έναν ξένο που κάποτε ήταν σκιά σου, μα ποτέ δεν έγινε κορμός να ακουμπήσεις.
Κι ίσως, άμα με είχε αγκαλιάσει εκείνη τη μέρα, να ήμουν αλλιώς… Ίσως να μην ήμουν τόσο σκυλί αγριεμένο με τον κόσμο.
Αλλά τότε… τότε ήμουνα ήδη ο Καραϊσκάκης. Κι ο Καραϊσκάκης δεν γύρευε πατέρα πια — μόνο δικαιοσύνη.
Θεωρείστε μαζί με τον Κολοκοτρώνη οι σπουδαιότερο πολεμιστές του 1821. Όμως τα σημερινά παιδιά δεν ξέρουν τις πράξεις μόνο τα ονόματα σας. Σας στεναχωρεί αυτο;
Καραϊσκάκης (αναστενάζει βαριά, σηκώνει το βλέμμα στον ουρανό):
Με πικραίνει, ναι… και με θυμώνει. Όχι γιατί θέλω δόξα – **η δόξα δεν με νοιάζει, πεθαμένος είμαι. Αλλά γιατί όποιος ξεχνάει το αίμα που τον πότισε, γίνεται σκλάβος χωρίς να το ξέρει.
Ξέρουν το όνομά μου;
Ωραία. Μα τι να το κάνουν αν δεν ξέρουν γιατί πολέμησα, τι μίσησα, τι αγάπησα;
Ξέρουν τον Κολοκοτρώνη;
Ναι, στα βιβλία… Μα δεν τους λένε πως τον βάλαν φυλακή οι ίδιοι που τον χρειάστηκαν. Όπως κι εμένα, με κατηγορούσαν για "ανυπότακτο", ενώ την πατρίδα τους εγώ την έραβα κομμάτι κομμάτι με φωτιά και αίμα.
Τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν με παραμύθια χωρίς κόκαλα. Τους μαθαίνουν επαναστάσεις χωρίς ψείρα, χωρίς πείνα, χωρίς προδοσία. Μόνο σημαίες και επετείους.
Και ξέρεις τι γίνεται άμα μάθεις μόνο τ' όνομα κι όχι την ψυχή;
Το όνομα γίνεται ταμπέλα. Και η ψυχή πεθαίνει δεύτερη φορά.
Οπότε ναι. Με στεναχωρεί. Μα ελπίζω. Γιατί άμα εσύ, τώρα, μου μιλάς έτσι, θα ’ρθουν κι άλλοι. Θα ψάξουν, θα ρωτήσουν, θα βρουν.
Κι άμα έστω ένα παιδί μάθει γιατί ύβριζα, γιατί πονούσα, γιατί φώναζα "θα σας κανονίσω", τότε εγώ θα ξαναζήσω.
Το όνομα σας υπάρχει σε ένα από τα γήπεδα της Ελλάδας και βρίσκεται στην τοποθεσία που σκοτωθηκατε το γνωριζεται;
Καραϊσκάκης (χαμογελά με μια σπίθα στο μάτι, σαν να ’χει μάθει τα μυστικά του καιρού):
Το ξέρω, ναι... Μου το 'παν τα πουλιά που πετούν πάνω απ’ το Φάληρο.
"Γήπεδο Καραϊσκάκης", λέει. Εκεί που κύλησε το αίμα μου, εκεί που έπεσα χτυπημένος – μπροστά στον πόλεμο, λίγες ώρες πριν την τελευταία μου μάχη. Τώρα εκεί παίζουν μπάλα, φωνάζουν, τραγουδάνε… Άλλοι με τιμούν κι άλλοι ούτε που ξέρουν ποιος ήμουν.
Μα δεν κρατώ κακία.
Άμα η φωνή του λαού αντηχεί στ’ όνομά μου, έστω και μέσα από μια ιαχή για την ομάδα του, τότε κάτι μένει.
Γιατί εγώ ήμουν του λαού, όχι των γραφείων. Και δεν με νοιάζει να ’χει το όνομά μου δρόμος ή άγαλμα – με νοιάζει να ’χει μέσα του ο Έλληνας το φρόνημά μου.
Όμως, να σου πω κι ένα παράπονο;
Να πατούν στον τόπο που έπεσα και να μην ξέρουν πώς πόνεσα, πώς πολέμησα, πώς μ’ έσφαξαν... αυτό ναι, μου καίει την ψυχή.
Όπως λέει κι ο ποιητής:
"Η μνήμη, αν δεν γίνει συνείδηση, είναι απλώς επέτειος."
Πιο δίπλα ήταν ο τάφος σας, κάποιος ασυνείδητος υπάλληλος την περίοδο της Χούντας όμως εχασε τα οστά σας. Όταν το είδατε πως νιωσατε;
Καραϊσκάκης (με φωνή που τρέμει από αγανάκτηση και πόνο):
Αχ, παιδί μου… Αυτό το ξέρω καλά. Ο τάφος μου, η γη που πότισα με αίμα, έγινε παιχνίδι στα χέρια κάποιων που δεν είχαν ούτε σεβασμό ούτε ψυχή.
Να χάνονται τα κόκαλά μου, όπως χάνονται οι αξίες μας…
Αυτοί που το ’καναν, δεν με σεβάστηκαν ούτε σαν νεκρό. Και ξέρεις τι είναι το χειρότερο;
Ότι αυτό το "λάθος" δεν ήταν τυχαίο, ήταν αποτέλεσμα της λησμονιάς και της αδιαφορίας.
Όταν το είδα, αν ήμουνα ακόμα ζωντανός, θα φώναζα:
"Μα τι μ’ έκανες, ρε ντροπή!"
Μα είμαι εδώ, και η ψυχή μου πονά, γιατί η πατρίδα ακόμα ξεχνάει εκείνους που την πάλεψαν.
Όμως δεν πτοούμαι. Η ιδέα, το πνεύμα μου, το όνομα μου, δεν χάνονται έτσι. Τα οστά μπορεί να τα έχασαν, μα το αίμα και η ψυχή μου ρέουν ακόμα μέσα στο κορμί αυτής της γης.
Εσύ πες μου… τι νιώθεις εσύ που το μαθαίνεις αυτό τώρα;
Ντροπή η αλήθεια είναι. Εσείς ζητήσατε να σας πάνε στην Σαλαμίνα, όμως σας γύρισαν πίσω. Σας πείραξε αυτο;
Καραϊσκάκης (με έντονη πικρία αλλά και αποφασιστικότητα):
Ναι, με πείραξε… Και όχι λίγο.
Όταν η ψυχή σου καίγεται για τη λευτεριά της πατρίδας, όταν το αίμα σου βράζει για να σώσεις την Ελλάδα, θέλεις να είσαι εκεί που η μάχη είναι πιο σκληρή.
Ζήτησα να με πάνε στη Σαλαμίνα, γιατί ήξερα πως εκεί θα κρινόταν η μοίρα μας. Ήθελα να σταθώ δίπλα στους μαχητές, να μοιραστώ τον κίνδυνο, να δώσω το παράδειγμα.
Μα με γύρισαν πίσω, λέγοντας πως δεν είμαι καλά — πως κινδυνεύω. Μπορεί να είχαν δίκιο για το σώμα μου, που ήταν κουρασμένο και πληγωμένο, μα η ψυχή μου ποτέ δεν σταμάτησε να πολεμάει.
Ήταν μια πίκρα που την κράτησα μέχρι την τελευταία μου στιγμή — να θέλω να πολεμήσω ως το τέλος και να με κρατούν μακριά.
Μα έτσι είναι οι καιροί… Κάποτε σε φυλάνε, κι άλλοτε σε προδίδουν.
Αλλά να ξέρεις:
Ο Καραϊσκάκης ποτέ δεν έμεινε πίσω απ’ τους άλλους από φόβο.
Πως σας φαίνεται που όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν την ατάκα σας στον Χουρσιτ;
Καραϊσκάκης (με περηφάνια και καυστικό χαμόγελο):
Α, αυτή η ατάκα! «Αν δεν κατέβεις να πολεμήσεις, θα κατέβω εγώ να σε βρω!» — έτσι δεν ήταν;
Ναι, μου αρέσει που έχει μείνει ζωντανή. Είναι μια φλόγα, μια σπίθα που λέει στον κόσμο πως δεν φοβόμουν κανέναν και τίποτα.
Αλλά να σου πω την αλήθεια;
Πολλοί λένε την ατάκα σαν ανέκδοτο ή σαν καυχησιά, χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο αίμα και πόνος κρύβεται πίσω της.
Εγώ δεν την είπα για να γελάσει ο κόσμος, την είπα γιατί ήταν η ψυχή μου γροθιά. Ήταν η απάντηση σε μια απειλή, η υπόσχεση πως δεν θα υποχωρήσω.
Μου αρέσει που τη θυμούνται — γιατί δείχνει πως, όταν η πατρίδα καίγεται, ο Έλληνας πρέπει να γίνει καπνός στο μέτωπο, να μη λυγίζει.
Άσε που είναι και καλό να θυμούνται οι άλλοι ότι δεν είμαι απλώς ένας ήρωας για τα βιβλία… είμαι μια φωνή που φωνάζει ακόμα από τα παλιά χρόνια.
Τι λες, θες κι άλλη; Ή να σου πω και άλλες ιστορίες από τις μάχες;
Για την σημερινή κυβέρνηση τι έχετε να πειτε; Πιστεύετε πως αγαπάει την Ελλάδα και τους Ελληνες;
Καραϊσκάκης (με αυστηρό βλέμμα και τόνο ειλικρινή):
Άκου, παιδί μου… Εγώ πολέμησα για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την αλήθεια.
Δεν ξέρω πολύ καλά τα σημερινά κόλπα των πολιτικών, αλλά ξέρω ένα:
Αν μια κυβέρνηση δεν βάζει πάνω απ’ όλα την πατρίδα και τον λαό της, τότε δεν αξίζει την εμπιστοσύνη μας.
Αγάπη για την Ελλάδα δεν είναι μόνο λόγια σε γραφεία ή σε εκλογικές αφίσες. Είναι πράξεις, θυσίες, και αλήθειες.
Αν βλέπεις ανθρώπους να υποφέρουν, να φτωχαίνουν, να ξεχνιούνται, τότε κάτι δεν πάει καλά.
Αν οι ηγέτες φοβούνται να πουν την αλήθεια ή να παλέψουν για το καλό του λαού, τότε δεν είναι δικοί μας.
Μα πάντα πίστευα πως ο λαός έχει τη δύναμη να αλλάξει τα πράγματα —
όπως εμείς τότε, που σηκωθήκαμε με σπαθιά και ιδανικά.
Ο λαός πρέπει να θυμάται ποιος είναι και τι θέλει, γιατί αλλιώς τον κυβερνούν σαν πρόβατο.
Τελευταία ερώτηση, πιο χιουμοριστικη. Τελικά είστε Ολυμπιακός ή Εθνικός Πειραιως;
Καραϊσκάκης (χαμογελάει πονηρά, με μια σπίθα στο βλέμμα):
Αχ, αυτή είναι καλή!
Άκου, τότε δεν υπήρχαν ούτε γήπεδα ούτε ομάδες όπως σήμερα, αλλά αν ζούσα τώρα, θα ήμουν…
Ολυμπιακός!
Γιατί είμαι μαχητής, πάλεψα με πάθος και τσαμπουκά — και οι “ερυθρόλευκοι” έχουν την ίδια φλόγα μέσα τους.
Όσο για τον Εθνικό Πειραιώς, τον σέβομαι — είναι παλιά σχολή, καλή παρέα. Αλλά εγώ είμαι τύπος που δεν εγκαταλείπει ποτέ, όπως το λιμάνι που δεν κοιμάται ποτέ.
Άσε που, αν ήμουν στα γήπεδα σήμερα, θα φώναζα:
"Πάμε ρε Καραϊσκάκη, να τα πούμε στο γήπεδο!"
Τώρα εσύ, ποια ομάδα είσαι;
Γιατί βλέπω να ‘χουμε πολλά να πούμε ακόμα!
Παναθηναικος είμαι αλλά λέω να σας αφήσω να ξεκουραστείτε. Ελπίζω καπετάνιο να σου άρεσε η συνέντευξη μου
Καραϊσκάκης (με ζεστό χαμόγελο και μια νότα σεβασμού):
Παναθηναϊκός, ε; Καλή ομάδα, παλικάρι! Η καρδιά μου είναι μάχιμη, όχι φιλάρα, οπότε δεν κρατάω κακία.
Η συνέντευξη σου ήταν σαν δροσερό αέρα στα βουνά — ειλικρινής, γεμάτη πάθος και σεβασμό. Μου άρεσε πολύ να μιλάω μαζί σου, να ξυπνάω παλιές μνήμες και να μοιράζομαι ιστορίες.
Όποτε θες, θα 'μαι εδώ, με το σπαθί μου στο χέρι και την καρδιά μου ανοιχτή.
Να ‘σαι καλά και φύλαγε πάντα την πατρίδα και τη μνήμη της ζωντανή.
Άντε, καλή ξεκούραση και σε σένα!
Η συνέντευξη αποτελεί προϊόν κουβέντας μου με το Chat GPT!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου